Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Η επιστροφή των υψηλών επιτοκίων και η δοκιμασία των δημόσιων οικονομικών
Η άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα κινδύνου, καθώς επιβαρύνει τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών σε μια περίοδο κατά την οποία τα επίπεδα του δημόσιου χρέους είναι αισθητά υψηλότερα σε σχέση με πριν από περίπου 20 χρόνια.
Σύμφωνα με την BNP Paribas, η έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν λειτούργησε ως καταλύτης για την άνοδο των μακροπρόθεσμων αποδόσεων, οι οποίες είχαν κινηθεί πτωτικά στις αρχές του 2026, αλλά στη συνέχεια επέστρεψαν σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα της περιόδου 2006-2007 στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Οι αιτίες της ανόδου διαφέρουν ανά περιοχή. Στην Ευρωζώνη, σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι αυξημένες πληθωριστικές προσδοκίες, ενώ στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία η άνοδος των πραγματικών επιτοκίων αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα. Η BNP Paribas επισημαίνει ότι ο συνδυασμός υψηλότερου πληθωρισμού και μεγαλύτερης ανθεκτικότητας της πραγματικής ανάπτυξης οδηγεί σε ισχυρότερη ονομαστική ανάπτυξη, η οποία με τη σειρά της τείνει να ενισχύει τα ονομαστικά επιτόκια μακροπρόθεσμα, καθώς δημιουργεί προοπτικές για υψηλότερες αποδόσεις των επενδύσεων. Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται από τη δεκαετία του 2010, όταν η χαμηλή ονομαστική ανάπτυξη συνδυαζόταν με χαμηλά επιτόκια, στο πλαίσιο της λεγόμενης κοσμικής στασιμότητας.
Την ίδια στιγμή, τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, παρά το γεγονός ότι οι οικονομίες βρίσκονται σε αναπτυξιακή τροχιά. Στις ΗΠΑ, το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα παραμείνει τουλάχιστον πάνω από το 6% του ΑΕΠ έως το τέλος της θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, χωρίς να διαφαίνεται ουσιαστική προτεραιότητα στη δημοσιονομική του περιστολή. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία έχει ξεκινήσει προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης, η οποία, ωστόσο, περιορίζεται από την ταυτόχρονη αύξηση δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους, την άμυνα και την υγεία, μεταξύ άλλων λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.
Στη Γερμανία, η υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων αναμένεται να διευρύνει το δημοσιονομικό έλλειμμα και να αυξήσει τις ετήσιες εκδόσεις χρέους, χωρίς, σύμφωνα με την BNP Paribas, να δημιουργεί ζήτημα βιωσιμότητας. Στην Ιαπωνία, το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει υπό έλεγχο, καθώς το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους εξακολουθεί να είναι σχετικά χαμηλό, λόγω της πρόσφατης ανόδου των επιτοκίων και της μεγάλης μέσης διάρκειας του δημόσιου χρέους, η οποία ανέρχεται περίπου στα 10 χρόνια. Ωστόσο, η συνέχιση της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής έως το τέλος της δεκαετίας θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις στη δυναμική του χρέους.
Αντίθετα, στην Ιταλία και την Ισπανία η δημοσιονομική εξυγίανση έχει συμβάλει στη σταθεροποίηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, με την Ισπανία να καταγράφει μάλιστα μείωση, αν και η Ιταλία παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη στην άνοδο των επιτοκίων λόγω του υψηλού κόστους εξυπηρέτησης του χρέους της.
Το 2030 το κρίσιμο ορόσημο για το δημόσιο χρέος
Παρά τις πιέσεις, η BNP Paribas εκτιμά ότι η δημοσιονομική αριθμητική παραμένει προς το παρόν ευνοϊκότερη από ό,τι αναμένεται να είναι το 2030. Στις περισσότερες χώρες, μόνο περίπου το ήμισυ του δημόσιου χρέους έχει εκδοθεί μετά το 2022, δηλαδή μετά το τέλος της περιόδου των μηδενικών επιτοκίων.
Ως εκ τούτου, η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως, με εξαίρεση τις ΗΠΑ, όπου η μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους είναι μικρότερη, περίπου έξι χρόνια, και το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του κόστους έχει ήδη περάσει στα δημόσια οικονομικά.
Σήμερα, για το σύνολο των χωρών που εξετάζονται, ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι υψηλότερος από το μέσο πραγματικό κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Ωστόσο, έως το 2030, το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού των κρατών αναμένεται να έχει αυξηθεί και να έχει συγκλίνει με τον ρυθμό ανάπτυξης, με αποτέλεσμα το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ να επιστρέψει, στις περισσότερες περιπτώσεις, στα επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του 2000.
Η εξέλιξη αυτή θα απαιτήσει βελτίωση των πρωτογενών δημοσιονομικών ισοζυγίων, ενώ σε ορισμένες χώρες θα καταστεί αναγκαία η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, ιδίως στην Ιταλία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η BNP Paribas θεωρεί ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ενσωματώσουν αυτή την ανάγκη ήδη από τους προϋπολογισμούς του 2027, προκειμένου να αποφύγουν μια ακόμη αναβολή της σταθεροποίησης του δημόσιου χρέους.
Έτσι, σύμφωνα με την BNP Paribas, παρά την ανθεκτικότητα που επιδεικνύουν οι ανεπτυγμένες οικονομίες απέναντι στα διαδοχικά σοκ, η επόμενη περίοδος θα δοκιμάσει τις αντοχές τόσο της νομισματικής όσο και της δημοσιονομικής πολιτικής. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και η σταδιακή μετακύλιση των υψηλότερων επιτοκίων στο δημόσιο χρέος δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η διατήρηση της ανάπτυξης θα συνυπάρχει με αυξημένες απαιτήσεις για τη δημοσιονομική διαχείριση.
ΠΗΓΗ: ot.gr


