
Η δήλωση ασθένειας δεν σταματά πάντα στο χαρτί. Για δημόσιο υπάλληλο, η υπηρεσία μπορεί να ζητήσει κατ’ οίκον ιατρικό έλεγχο, όταν το προβλέπουν οι διαδικασίες. Η κίνηση δεν γίνεται αυτόματα από τρίτους, αλλά ξεκινά με αίτημα του φορέα όπου υπηρετεί ο εργαζόμενος. Στη συνέχεια, το αρμόδιο όργανο δίνει εντολή σε ελεγκτή γιατρό να πραγματοποιήσει τον έλεγχο. Οι ρυθμίσεις στηρίζονται στο άρθρο 28 του νόμου 5043/2023, που άλλαξε σχετική διάταξη του νόμου 1943/1991.
Το πρώτο ερώτημα είναι αν ο ίδιος ο φορέας διαθέτει ελεγκτή γιατρό. Σε Ν.Π.Δ.Δ. με λιγότερους από 1.000 εργαζόμενους, αν υπηρετεί γιατρός με ειδικότητα παθολόγου ή γενικής ιατρικής ως ελεγκτής, εκείνος έχει την αρμοδιότητα. Αν ο φορέας δεν έχει τέτοιο γιατρό και βρίσκεται στην Αττική, η υπόθεση περνά στον ελεγκτή γιατρό του εποπτεύοντος υπουργείου. Αν ούτε το υπουργείο διαθέτει ελεγκτή γιατρό, μπορεί να οριστεί γιατρός από την Υγειονομική Περιφέρεια Αττικής ή από μονάδα υγείας που υπάγεται σε αυτή. Ο ορισμός γίνεται με απόφαση του αρμόδιου Διοικητή της Υγειονομικής Περιφέρειας, ύστερα από αίτημα της υπηρεσίας του υπαλλήλου.
Εκτός Αττικής, όταν δημόσια υπηρεσία ή Ν.Π.Δ.Δ. δεν έχει δικό του ελεγκτή γιατρό, ο έλεγχος μπορεί να ανατεθεί στον ελεγκτή γιατρό της οικείας Περιφέρειας. Εναλλακτικά, αναλαμβάνει γιατρός της αρμόδιας Υγειονομικής Περιφέρειας ή φορέα υγείας που υπάγεται σε αυτή. Και σε αυτή την περίπτωση προηγείται αίτημα του φορέα όπου ανήκει ο εργαζόμενος, ενώ την εντολή δίνει ο Περιφερειάρχης ή ο Διοικητής της Υγειονομικής Περιφέρειας. Για Ν.Π.Δ.Δ. με περισσότερους από 1.000 εργαζόμενους, αν δεν υπάρχει θέση ελεγκτή γιατρού παθολόγου ή γενικής ιατρικής, δημιουργείται αυτοδικαίως μία τέτοια θέση με τριετή θητεία που μπορεί να ανανεωθεί. Η σύσταση της θέσης βεβαιώνεται με πράξη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην πράξη, ο υπάλληλος που δηλώνει ασθένεια μπορεί να δεχθεί κατ’ οίκον έλεγχο όταν η υπηρεσία του ζητήσει την ενεργοποίηση της διαδικασίας και ο αρμόδιος φορέας ορίσει τον γιατρό.
