
Η γαλλική οικονομία γύρισε ξανά σε αρνητικό έδαφος. Το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 0,1% το τρίτο τρίμηνο του 2026, ενώ οι προβλέψεις έδειχναν μικρή άνοδο. Η εικόνα βαραίνει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, σε μια περίοδο με ακριβότερο δανεισμό, κοινωνικές εντάσεις και ανοιχτά δημοσιονομικά μέτωπα. Τα στοιχεία της Insee έδειξαν ότι η στασιμότητα του προηγούμενου τριμήνου δεν κράτησε, καθώς οι επενδύσεις και οι εξαγωγές συνέχισαν να πιέζουν την παραγωγή. Η νέα υποχώρηση ήρθε μετά τη μείωση 0,2% που είχε καταγραφεί στο πρώτο τρίμηνο, άρα η Γαλλία μετρά ήδη δύο αρνητικά τρίμηνα μέσα στη χρονιά.
Η κατανάλωση των νοικοκυριών κράτησε μέρος της οικονομίας όρθιο, με αύξηση 0,4% από 0,2% στο προηγούμενο τρίμηνο. Και η δημόσια κατανάλωση κινήθηκε ανοδικά, κατά 0,3%, προσφέροντας στήριξη στη ζήτηση. Όμως οι επενδύσεις υποχώρησαν 0,6%, μετά από πτώση 0,5% το δεύτερο τρίμηνο, δείχνοντας ότι οι επιχειρήσεις παραμένουν επιφυλακτικές. Η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης περιορίζει νέα σχέδια, ενώ η πολιτική αβεβαιότητα γύρω από τον προϋπολογισμό δυσκολεύει τις αποφάσεις. Η αδυναμία στις εξαγωγές προσθέτει ακόμη ένα βάρος, ειδικά όταν άλλες μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης κινούνται σε θετικό ρυθμό.
Την ίδια ώρα, οι τιμές ανέβασαν ταχύτητα. Ο πληθωρισμός έφθασε τον Οκτώβριο στο 3,8%, στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τριών ετών, με βασική αιτία την ενέργεια. Οι εκτιμήσεις της αγοράς περίμεναν μικρότερη αύξηση, κοντά στο 3,6%, κάτι που κάνει τα νέα στοιχεία πιο πιεστικά για τα νοικοκυριά και την κυβέρνηση. Ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ συνέδεσε τη στασιμότητα με τη συσσώρευση εξωτερικών και εσωτερικών κραδασμών μέσα στο 2026. Τόνισε ότι η χώρα χρειάζεται προϋπολογισμό για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να βοηθήσει στη μείωση των επιτοκίων. Με την ανάπτυξη αρνητική και τον πληθωρισμό ψηλότερα από τις προβλέψεις, η γαλλική κυβέρνηση μπαίνει σε δύσκολη φάση διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών.

