
Ανησυχητικές ενδείξεις ότι επιστρέφει στην ελληνική οικονομία ο πληθωρισμός απληστίας (greedflation)
Κατά τη διάρκεια του 2024 και του 2025, ο αποπληθωριστή του ΑΕΠ είχε παραμείνει σε σχετικά υψηλά επίπεδα, γεγονός που οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην άνοδο του μοναδιαίου κόστους εργασίας. Ωστόσο, η εικόνα ανεστράφη πλήρως στις αρχές του τρέχοντος έτους. Το α΄ τρίμηνο του 2026, τα κέρδη ανά μονάδα προϊόντος αποτέλεσαν και πάλι τον κύριο παράγοντα που οδήγησε στην αύξηση του αποπληθωριστή του ΑΕΠ. Αυτό καταδεικνύει την ικανότητα των επιχειρήσεων να εργαλειοποιούν άμεσα τις νέες διεθνείς κρίσεις (Ιράν) για να ανακτήσουν και να επιβάλλουν εκ νέου την τιμολογιακή τους δύναμη, όπως έκαναν και με τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η χρυσή χρονιά του 2025
Η νέα έξαρση του πληθωρισμού απληστίας βασίζεται στην εξαιρετικά ισχυρή θέση που έχτισε ο επιχειρηματικός τομέας τα προηγούμενα χρόνια. Το 2025, παρά την επιδείνωση του διεθνούς μακροοικονομικού περιβάλλοντος λόγω της αύξησης του προστατευτισμού και των υψηλότερων δασμών, η κερδοφορία των ελληνικών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων διατηρήθηκε σχεδόν στα ίδια υψηλά επίπεδα με του 2024.
Τα στοιχεία δείχνουν έναν επιχειρηματικό τομέα που θωρακίζει τα κέρδη του:
- Το μερίδιο καθαρού κέρδους (ο λόγος του καθαρού λειτουργικού πλεονάσματος προς την καθαρή προστιθέμενη αξία) ανήλθε σε 27,3% το 2025, παρουσιάζοντας μικρή αύξηση σε σχέση με το 26,9% του 2024.
- Το ακαθάριστο μερίδιο κέρδους παρέμεινε απόλυτα σταθερό στο 39,1%.
- Η κερδοφορία έχει πλέον σταθεροποιηθεί σε επίπεδα πολύ ανώτερα της προ πανδημίας περιόδου, καθώς η τριετία 2017-2019 είχε μέσο όρο μόλις 25,2%.
- Το καθαρό λειτουργικό πλεόνασμα αυξήθηκε θεαματικά κατά 9,0% το 2025, σε σύγκριση με αύξηση μόλις 0,2% το 2024.
Αυτή η ανθεκτικότητα ευνοήθηκε από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση, τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF) και την ενσωμάτωση τεχνολογιών, σύμφωνα με την ΤτΕ. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι ότι οι πληθωριστικές πιέσεις του παρελθόντος ενίσχυσαν μόνιμα την τιμολογιακή δύναμη των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε ολιγοπωλιακούς κλάδους με χαμηλό ανταγωνισμό.
Ήπιες οι πιέσεις στον πληθωρισμό από τους μισθούς
Το εργατικό κόστος δεν φαίνεται να ασκεί πίεση στον πληθωρισμό το α΄ τρίμηνο του 2026, καθώς ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των συνολικών αμοιβών επιβραδύνθηκε στο 4,5%, έναντι 7,0% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Παράλληλα, η αύξηση των αμοιβών ανά μισθωτό υποχώρησε στο 3,3% από 4,2%.
Αποτέλεσμα αυτών ήταν να υποχωρήσει ο ετήσιος ρυθμός ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο 1,7% από 2,4%. Είναι προφανές ότι οι εργαζόμενοι δεν «φούσκωσαν» τον πληθωρισμό της φετινής άνοιξης.
Ουκρανία, Ιράν: Οι κρίσεις γίνονται ευκαιρία
Ο όρος «πληθωρισμός απληστίας» (greedflation) είναι ένας νεολογισμός που προκύπτει από τη σύνθεση των αγγλικών λέξεων greed (απληστία) και inflation (πληθωρισμός).
Στη διεθνή οικονομική ορολογία, περιγράφει το φαινόμενο όπου ο πληθωρισμός οδηγείται και συντηρείται κυρίως από την επιδίωξη των εταιρειών να μεγιστοποιήσουν ή να διευρύνουν τα περιθώρια κέρδους τους, αντί να αποτελεί φυσικό επακόλουθο της αναλογικής αύξησης του κόστους παραγωγής, των πρώτων υλών ή των μισθών.
Βασική συνιστώσα του πληθωρισμού απληστίας είναι η εκμετάλλευση των κρίσεων (crisis exploitation). Οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν γενικευμένα εξωγενή σοκ (όπως γεωπολιτικές συγκρούσεις, ενεργειακές κρίσεις, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα ή πανδημίες) ως «άλλοθι» για να προχωρήσουν σε ανατιμήσεις που ξεπερνούν την αύξηση του κόστους.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν πάρει «άριστα» στην εκμετάλλευση των κρίσεων. Η σημερινή συμπεριφορά τους φαίνεται ότι αποτελεί πιστό αντίγραφο της στρατηγικής που ακολουθήθηκε αμέσως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022. Τότε, το αρχικό σοκ στις διεθνείς αγορές ήταν τεράστιο: οι τιμές του φυσικού αερίου, του πετρελαίου, των σιτηρών και των λιπασμάτων εκτοξεύτηκαν, προκαλώντας μια δικαιολογημένη αλυσίδα ανατιμήσεων σε όλα τα στάδια της παραγωγής.
Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως «εισαγόμενος πληθωρισμός κόστους», γρήγορα μεταλλάχθηκε. Όταν από τα τέλη του 2022 και καθ’ όλη τη διάρκεια του 2023 οι διεθνείς τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών άρχισαν να υποχωρούν, επιστρέφοντας στα προ πολέμου επίπεδα, οι τιμές στα ελληνικά ράφια όχι μόνο δεν έπεσαν, αλλά συνέχισαν να ανεβαίνουν.
Στην ελληνική αγορά επικράτησε και το φαινόμενο της ακαμψίας τιμών (“sticky prices”) που συνδέεται με τον πληθωρισμό απληστία. Εταιρείες διύλισης, πάροχοι ενέργειας και, κυρίως, οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και τροφίμων, απορρόφησαν τη μείωση του κόστους ως καθαρό κέρδος. Παράλληλα, επιστράτευσαν πρακτικές όπως το shrinkflation (μικρότερες συσκευασίες στην ίδια ή υψηλότερη τιμή), ενισχύοντας τα περιθώρια κέρδους τους.
Όπως είχε καταδείξει και το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, το 2022-2023 ο πληθωρισμός στην Ελλάδα μετατράπηκε καθαρά σε κερδοσκοπικό, με τα εταιρικά κέρδη να φτάνουν σε ιστορικά υψηλά, καταγράφοντας μια βίαιη αναδιανομή πλούτου εις βάρος των μισθωτών. Αυτό ακριβώς το επιτυχημένο (για τα εταιρικά ταμεία) πείραμα της διετίας 2022-2023, επαναλαμβάνεται σήμερα με αφορμή το Ιράν.


