
Μερικά ενδιαφέροντα στοιχεία, τόσο για την Ήπειρο, όσο και για τον τουρισμό γενικότερα, περιλαμβάνει η έκθεση του Ινστιτούτου ΣΕΤΕ «Ο ελληνικός τουρισμός: επιτεύγματα, προκλήσεις, προοπτικές».
Καταρχάς, σε ό,τι αφορά την Ήπειρο, η έκθεση αναφέρεται ιδιαίτερα στον ρόλο του ανθρώπινου δυναμικού και τις υψηλές επιδόσεις ειδικά στην Ήπειρο (βαθμολογίες 9,8-οι υψηλότερες στην Ελλάδα μαζί με το Βόρειο Αιγαίο).
«Το ανθρώπινο δυναμικό αναδεικνύεται έτσι όχι απλώς ως σημείο υπεροχής, αλλά ως το κατεξοχήν στοιχείο που τοποθετεί την Ελλάδα στην κορυφή του μεσογειακού ανταγωνισμού ως προς την ποιότητα της βιωματικής εμπειρίας» αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση.
Από την άλλη, η έκθεση τονίζει ότι πλέον, οι συμβατικές πιστοποιήσεις γίνονται όλο και πιο απαιτητές από τους tour operators. Τα πρότυπα αφορούν κυρίως τη βιωσιμότητα (eco labels, συστήματα κτιριακής διαχείρισης κ.α.) και σε πιο τουριστικές περιφέρειες, είναι όλο και πιο «παρόντα».
Στην Ήπειρο, που παραμένει μια από τις Περιφέρειες με τη μικρότερη τουριστική κίνηση, τα καταλύματα που διαθέτουν κάποια πιστοποίηση είναι το 2,2% (18 στα 433).
Σε ό,τι αφορά τις προκλήσεις, η έκθεση αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:
Δεν υπάρχει πλαίσιο «μέτρησης» για τους «δορυφόρους λογαριασμούς τουρισμού (Tourism Satellite Accounts – TSA)». Εν ολίγοις, δεν υπάρχει ακριβής αποτίμηση της άμεσης συμβολής του τουρισμού στο ΑΕΠ και την απασχόληση, σε συγκρισιμότητα με τους λοιπούς κλάδους της οικονομίας και με τις ανταγωνίστριες χώρες.
Παρά τις κατά διαστήματα καταγραφές, επίσημες και μη, τακτικές ή περιοδικές, δεν υπάρχει ένα επίσημο, πιστοποιημένο πλαίσιο που να συνδέει αυτούς τους αριθμούς.
Ο ΙΝΣΕΤΕ αναφέρει επίσης την απουσία ενός δημοσιονομικού λογαριασμού τουρισμού (tourism fiscal account), ο οποίος θα αποτυπώνει με διαφάνεια τι αποδίδει ο τομέας στα δημόσια ταμεία – ΦΠΑ, τέλη διαμονής και λοιπές επιβαρύνσεις, φόροι εισοδήματος και εισφορές – και πώς οι πόροι αυτοί ανακυκλώνονται (ή όχι) σε υποδομές και υπηρεσίες στους τόπους όπου παράγονται ή σε άλλα μέρη της χώρας.
«Χωρίς τα εργαλεία αυτά, η συζήτηση για τη φορολόγηση του τουρισμού και για την ανταποδοτικότητα των τελών διεξάγεται χωρίς κοινή βάση τεκμηρίωσης» αναφέρει, μεταξύ άλλων.
Επίσης, η έκθεση επισημαίνει ότι υπάρχουν ελλιπή στοιχεία μέτρησης για την καταγραφή του αποτυπώματος της τουριστικής δραστηριότητας (κατανάλωση νερού/ενέργειας και παραγωγή αποβλήτων ανά roomnight ή/και ανά επισκέπτη, ποσοστά ανακύκλωσης, κατανάλωση χημικών, ένταση άνθρακα (carbon intensity) της τουριστικής δραστηριότητας).
Ακόμα, σημειώνει ότι απαιτείται αναλυτική απογραφή της απασχόλησης στον τουρισμό (detailed labour census), που να αποτυπώνει όχι μόνο τον αριθμό των εργαζομένων αλλά και τη σύνθεσή τους: ειδικότητες, δεξιότητες, εποχικότητα, όρους εργασίας, ηλικιακή και γεωγραφική κατανομή.
Τέλος, τονίζει ότι «απαιτείται συστηματική έρευνα επιπτώσεων στους μόνιμους κατοίκους (resident impact survey), η οποία θα μετρά σε τακτική βάση πώς ο τουρισμός επηρεάζει την καθημερινότητα, το κόστος ζωής, τη στέγαση και τη συνολική αποδοχή της τουριστικής δραστηριότητας στους επιμέρους προορισμούς».



