
Ένα νέο, φιλόδοξο πλαίσιο μεταρρυθμίσεων για την περίοδο 2028–2034 μπαίνει στο τραπέζι, με βασικό στόχο να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας και να μεταφέρει την ανάπτυξη πιο ουσιαστικά στους μισθούς και στο βιοτικό επίπεδο. Στην καρδιά του σχεδίου βρίσκεται η ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες απασχολούν τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων. Η λογική είναι σαφής: χωρίς τη διάχυση τεχνολογίας, καινοτομίας και σύγχρονων πρακτικών σε αυτό το μεγάλο κομμάτι της οικονομίας, η ανάπτυξη θα παραμένει άνιση και περιορισμένη σε λίγους ισχυρούς «θύλακες». Παρά τη βελτίωση βασικών δεικτών τα τελευταία χρόνια —όπως η μείωση της ανεργίας και η σταθεροποίηση της οικονομίας— η παραγωγικότητα στην Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του διεθνούς μέσου όρου. Αυτό μεταφράζεται σε χαμηλότερους μισθούς και πιο αργή βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών, ακόμη και σε περιόδους ανάπτυξης.
Το νέο σχέδιο, που διαμορφώνεται σε συνεργασία με διεθνείς οργανισμούς, επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό, εστιάζοντας όχι μόνο σε επενδύσεις και κεφάλαιο, αλλά και στη λειτουργία των επιχειρήσεων, στη χρηματοδότησή τους και στη σύνδεση της καινοτομίας με την παραγωγή. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πρόσβαση των μικρομεσαίων σε τραπεζική χρηματοδότηση, στην ενίσχυση των άυλων επενδύσεων, στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης και στη δημιουργία ενός πιο ευέλικτου και αποτελεσματικού ρυθμιστικού πλαισίου. Παράλληλα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζονται ως κρίσιμα εργαλεία για την αναβάθμιση της οικονομίας.
Κεντρικός πυλώνας είναι και η επένδυση στις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού. Η στρατηγική δεν περιορίζεται στην τεχνολογία, αλλά επιδιώκει εργαζόμενους καλύτερα καταρτισμένους, ικανούς να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις της αγοράς και να ενταχθούν σε πιο παραγωγικά μοντέλα εργασίας. Η φιλοδοξία του σχεδίου δεν είναι απλώς η διατήρηση της ανάπτυξης, αλλά η μετατροπή της σε πραγματική αύξηση εισοδημάτων και σε πιο ανθεκτική οικονομία. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μετάβαση από τη φάση της δημοσιονομικής σταθεροποίησης σε ένα νέο στάδιο, όπου το βάρος πέφτει στην παραγωγικότητα, την ποιότητα της ανάπτυξης και τη δίκαιη κατανομή των ωφελειών. Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν αυτός ο «οδικός χάρτης» μπορεί να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες πολιτικές που θα αγγίξουν την καθημερινότητα επιχειρήσεων και εργαζομένων, σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς προκλήσεις παραμένουν έντονες και ο ανταγωνισμός αυξάνεται.


