
Η ενεργητική στρατηγική διαχείρισης του δημόσιου χρέους αποδίδει απτά αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία, καθώς το Δημόσιο κατάφερε μέσα στο 2025 να περιορίσει σημαντικά το κόστος δανεισμού και να ενισχύσει τη βιωσιμότητα του χρέους.
Σε πρακτικό επίπεδο, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους διαμορφώνεται περίπου στα 5 δισ. ευρώ ετησίως σε ταμειακή βάση, διατηρώντας τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών.
Στο τέλος του 2025, το δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στα 362,8 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ το σύνολο σχεδόν του χαρτοφυλακίου φέρει σταθερό επιτόκιο. Η μέση διάρκεια ανέρχεται σε 18,37 έτη και η διάρκεια ανατιμολόγησης σε 17,77 έτη, «κλειδώνοντας» το κόστος εξυπηρέτησης για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Με βάση το αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, η αποκλιμάκωση του χρέους αναμένεται να συνεχιστεί, με τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ να υποχωρεί στο 136,8% το 2025 και στο 130,3% έως το 2027. Στόχος είναι η Ελλάδα να πάψει να κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωζώνη ως προς το ύψος του χρέους ήδη από το 2026.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η νέα πρόωρη αποπληρωμή δανείων ύψους 7 δισ. ευρώ που προγραμματίζεται για τα μέσα Ιουνίου. Η κίνηση αφορά λήξεις της περιόδου 2029–2035 από το πρώτο μνημόνιο και αναμένεται να μειώσει άμεσα το κόστος τόκων κατά περίπου 100 εκατ. ευρώ για το 2025. Παράλληλα, αξιοποιείται ενεργά το «μαξιλάρι» ρευστότητας ύψους 15,7 δισ. ευρώ, μετατρέποντάς το από παθητικό απόθεμα σε εργαλείο δυναμικής διαχείρισης του δημόσιου χρέους.

