
Επισκέψεις:
Το κόστος της ενέργειας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Επηρεάζει ιδιαίτερα την πρωτογενή παραγωγή, τη μεταποίηση και τις μεταφορές, αλλά και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται τελικά στο κόστος παραγωγής, στις τιμές των προϊόντων και στην αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Το ερώτημα είναι επομένως πόσο δημοσιονομικό χώρο δημιουργεί σήμερα η φορολογία των καυσίμων και κατά πόσο μέρος αυτού θα μπορούσε να επιστρέψει στην οικονομία μέσω χαμηλότερου ενεργειακού κόστους.
Η διαφορά αυτή δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα υπερβαίνει κάποιο ευρωπαϊκό ανώτατο όριο· πρόκειται για τη διαφορά από το ελάχιστο επίπεδο φορολογίας που προβλέπει η ΕΕ.
Τι θα σήμαινε ένα υποθετικό σενάριο
Αν, καθαρά ως άσκηση, αφαιρούσαμε από τις σημερινές τιμές τα 15,4 λεπτά που χρησιμοποιούμε ως υπόθεση για τη διαφορά της τιμής διυλιστηρίου, τη διαφορά ΕΦΚ από το ελάχιστο της ΕΕ και τον αντίστοιχο ΦΠΑ, οι τελικές τιμές θα διαμορφώνονταν περίπου ως εξής:
| Καύσιμο | Τιμή 2026 | − Διυλιστήριο | − ΕΦΚ | − ΦΠΑ | Υποθετική τιμή |
| Diesel | €2,217 | 15,4 λ. | 8,0 λ. | 13,1 λ. | €1,85 |
| Αμόλυβδη | €2,200 | 15,4 λ. | 34,1 λ. | 8,6 λ. | €1,62 |
| Θέρμανσης | €2,050 | 15,4 λ. | 25,9 λ. | 18,5 λ. | €1,81 |
Οι τιμές αυτές δεν αποτελούν πρόβλεψη. Είναι ένα υποθετικό σενάριο που δείχνει πόσο θα επηρέαζαν την τελική τιμή τρεις συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, είναι αν ένα μέρος του πρόσθετου δημοσιονομικού χώρου που δημιουργεί η υψηλή φορολογία των καυσίμων μπορεί να επιστρέψει στην οικονομία με τη μορφή χαμηλότερου ενεργειακού κόστους – ιδιαίτερα για τα νοικοκυριά, την πρωτογενή παραγωγή, τις μεταφορές και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.


