
Η πώληση ενός διαμερίσματος δεν σβήνει τα κοινόχρηστα που άφησε πίσω του ο πωλητής. Ο γενικός κανόνας προβλέπει ότι οι οφειλές που δημιουργήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση βαραίνουν τον παλιό ιδιοκτήτη. Ο αγοραστής αναλαμβάνει τις χρεώσεις που γεννώνται από την ημέρα που αποκτά το ακίνητο και μετά. Αν, για παράδειγμα, υπάρχουν απλήρωτα κοινόχρηστα 4.000 ευρώ πριν από το συμβόλαιο, η πολυκατοικία πρέπει κανονικά να τα διεκδικήσει από τον πωλητή. Το πρακτικό πρόβλημα αρχίζει όταν ο παλιός ιδιοκτήτης έχει φύγει στο εξωτερικό, δεν έχει άλλη περιουσία στην Ελλάδα ή δεν ανταποκρίνεται στις οχλήσεις.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στον κανονισμό της πολυκατοικίας. Αν υπάρχει ρητός όρος ότι οι ανεξόφλητες κοινόχρηστες δαπάνες συνδέονται με την ιδιοκτησία και δεσμεύουν και τον επόμενο κύριο, τότε η θέση του αγοραστή μπορεί να αλλάξει. Δεν φτάνει όμως μια απλή απόφαση γενικής συνέλευσης για να ισχύσει κάτι τέτοιο απέναντι σε μελλοντικούς ιδιοκτήτες. Ο σχετικός όρος πρέπει να υπάρχει σε συμβολαιογραφικό κανονισμό και να έχει μεταγραφεί ή καταχωριστεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο. Σε πολλές παλιές πολυκατοικίες δεν υπάρχει κανονισμός ή δεν περιλαμβάνει ειδική πρόβλεψη για χρέη κατά την πώληση.
Για τη διαχείριση, η αναμονή κοστίζει, γιατί όσο το ακίνητο ανήκει ακόμη στον οφειλέτη υπάρχουν περισσότερα μέσα πίεσης. Η γενική συνέλευση μπορεί να δώσει εντολή στον διαχειριστή για δικαστική διεκδίκηση, με ειδοποιητήρια, παραστατικά δαπανών και πρακτικό απόφασης. Αν οι συνθήκες το επιτρέπουν, μπορεί να ζητηθεί προσημείωση ή κατάσχεση, ώστε να δυσκολέψει ή να μπλοκάρει η μεταβίβαση πριν χαθεί η δυνατότητα είσπραξης. Γι’ αυτό επανέρχεται η πρόταση να μπαίνει στο συμβόλαιο βεβαίωση διαχειριστή ότι δεν υπάρχουν εκκρεμή κοινόχρηστα ή, αν δεν υπάρχει διαχειριστής, υπεύθυνη δήλωση του πωλητή. Ο αγοραστής πρέπει να ζητά έλεγχο κανονισμού, σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, πρακτικών συνελεύσεων, αποθεματικού και τυχόν μεγάλων οφειλών άλλων ιδιοκτητών. Ακόμη κι αν δεν πληρώσει τα παλιά χρέη του πωλητή, μπορεί να βρεθεί από την πρώτη ημέρα μπροστά σε έκτακτες εισφορές για θέρμανση, καθαριότητα, ρεύμα, συντήρηση ή επισκευές.
