Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Η ακρίβεια, όχι μόνο ήρθε για να μείνει, αλλά αποδεικνύεται και… επτάψυχη. Κάθε φορά που δείχνει να υποχωρεί, επιστρέφει δριμύτερη, ασκώντας ασφυκτική πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα. Περίπου πέντε χρόνια μετά το πρώτο μεγάλο κύμα ανατιμήσεων, που ξεκίνησε αμέσως μετά την άρση των lockdown και πήρε εκρηκτικές διαστάσεις μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να δίνουν μια άνιση μάχη με τις τιμές.
Ο καταναλωτής βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα κόστος ζωής που έχει ανέβει πολλά επίπεδα, προσεγγίζοντας μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών και «αρνείται» να επιστρέψει εκεί που βρισκόταν. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στις αντλίες των πρατηρίων βενζίνης ή στα ράφια των σουπερμάρκετ, αλλά επεκτείνεται στα ενοίκια, στα εισιτήρια, στον καφέ και στο φαγητό, στις διακοπές και στη διασκέδαση, φθάνοντας μέχρι τη δόση του στεγαστικού δανείου ή το κόστος χρηματοδότησης μιας επιχείρησης.
1. Τρόφιμα
Οι τιμές ανεβαίνουν εύκολα, κατεβαίνουν δύσκολα
Είναι η πληγή που σχεδόν… καθημερινά αντιλαμβάνεται κανείς. Αρκεί μια επίσκεψη στο σουπερμάρκετ. Μπορεί ο πληθωρισμός των τροφίμων να μην «τρέχει» πλέον με τις ταχύτητες του πρόσφατου παρελθόντος, ωστόσο το καλάθι παραμένει αισθητά ακριβότερο σε σχέση με πριν από μερικά χρόνια. Οι παραγωγικές επιχειρήσεις, όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, βρίσκονται αντιμέτωπες με μια… αλυσίδα κόστους που ξεκινά πολύ πριν φθάσει ένα προϊόν στο σουπερμάρκετ. Αγροτικές πρώτες ύλες, ζωοτροφές, λιπάσματα, ενέργεια, συσκευασία, μισθοί και μεταφορικά συνθέτουν την τελική τιμή και δεν κινούνται πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. «Αυτό», όπως λένε άνθρωποι της αγοράς, «εξηγεί γιατί η αποκλιμάκωση μιας πρώτης ύλης δεν μεταφέρεται αυτομάτως και ολόκληρη στο ράφι». Στο παζλ προστίθενται και ολιγοπωλιακά φαινόμενα που δεν αφήνουν τον ανταγωνισμό να λειτουργήσει αποτελεσματικά, αλλά και οι μεσάζοντες, που τροφοδοτούν τον μύλο των ανατιμήσεων.
Από το 2020 μέχρι και σήμερα, σύμφωνα με τον επίσημο δείκτη τιμών, οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί κατά 35% ενώ τελευταία εκφράζονται ανοιχτά φόβοι για νέο κύμα ανατιμήσεων λόγω της διατήρησης του μαύρου χρυσού σε υψηλά επίπεδα αλλά και της αναταραχής στη Μαύρη Θάλασσα και τα προβλήματα στην αγορά των σιτηρών.
2. Ενέργεια
Η πληγή που «τροφοδοτεί» όλες τις άλλες
Αν υπάρχει ένας παράγοντας που μπορεί να ανατρέψει ολόκληρη την εικόνα του πληθωρισμού, αυτός είναι η ενέργεια. Και το μάθημα του 2022 ήταν αρκετά σκληρό ώστε να μπορεί κάποιος να αγνοήσει τη δύναμη με την οποία ένα ενεργειακό σοκ μπορεί να μεταφερθεί από τις διεθνείς αγορές στην καθημερινότητα.
Οι αυξημένες τιμές του φυσικού αερίου (αύξηση 123% την τελευταία 6ετία), των καυσίμων και του ηλεκτρικού ρεύματος (51% την τελευταία 6ετία) πέρασαν στη βιομηχανία, στα ψυγεία των σουπερμάρκετ, στους φούρνους, στα ξενοδοχεία, στις μεταφορές και στα αγροτικά προϊόντα, μέχρι που ενσωματώθηκαν στις τιμές χιλιάδων αγαθών και υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, η ενέργεια λειτούργησε ως ένας μεγάλος πολλαπλασιαστής της ακρίβειας. Αυτός είναι ο φόβος που επιστρέφει τώρα, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει δημιουργήσει ένα νέο ενεργειακό τοπίο και οι αγορές προσπαθούν να τιμολογήσουν τον κίνδυνο μιας μεγαλύτερης διαταραχής στην προσφορά. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση των «FT», οι Ευρωπαίοι πληρώνουν πλέον περίπου 30 ευρώ περισσότερα κάθε φορά που γεμίζουν ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων, με το κόστος του ντίζελ να έχει αυξηθεί κατά 40% από τις αρχές του έτους. Ο κίνδυνος για την Ελλάδα είναι διττός: από τη μία βρίσκονται οι λογαριασμοί των νοικοκυριών και από την άλλη το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, το οποίο μπορεί να περάσει με χρονική καθυστέρηση στην κατανάλωση.
3. Στέγαση
Το ενοίκιο που «τρώει» τον μισθό
Το ενοίκιο για όσους αναγκάζονται να μισθώσουν κατοικία για τη στέγασή τους είναι από τα πλέον δυσβάσταχτα έξοδα που καλούνται να καταβάλουν, αφού απορροφά μεγάλο μέρος του εισοδήματος. Αλλά και για τις επιχειρήσεις που είτε μισθώνουν κάποιο εμπορικό κατάσταση ή χώρους γραφείων ή αποθήκες, έχει εξελιχθεί σε έναν σοβαρό πονοκέφαλο λόγω της εκτόξευσης των τιμών. Η ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων μετά την πολυετή κρίση, οι ξένες επενδύσεις, η βραχυχρόνια μίσθωση σε συγκεκριμένες περιοχές, το μεγάλο απόθεμα κλειστών κατοικιών και το αυξημένο κόστος κατασκευής έχουν διαμορφώσει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα σε σχέση με εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Πιο οξύ είναι το πρόβλημα στην αγορά κατοικίας, όπου τα διαθέσιμα σπίτια δεν αρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις τουριστικές περιοχές. Και οι αριθμοί αποτυπώνουν την πίεση. Μέσα σε μία πενταετία τα ενοίκια αυξήθηκαν περίπου 32%, ενώ από την αγορά εκτιμάται ότι λείπουν 212.000 κατοικίες. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η άνοδος στις αξίες: με βάση τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι τιμές αγοράς των διαμερισμάτων αυξήθηκαν σωρευτικά πάνω από 60% την περίοδο 2021-2025. Η ανισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και στη ζήτηση που «χτίστηκε» σταδιακά δεν φαίνεται να αποκαθίσταται από τις πολιτικές που έχει επιστρατεύσει μέχρι στιγμής η κυβέρνηση, όπως το «Σπίτι μου Ι, ΙΙ και ΙΙΙ», το «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», η κοινωνική αντιπαροχή, το επίδομα στέγασης και, πλέον, η ετήσια επιστροφή ενός ενοικίου στους δικαιούχους.
4. Μεταφορές
Κάθε χιλιόμετρο κοστίζει περισσότερο
Οι μεταφορές είναι ένας από τους λιγότερο ορατούς, αλλά ισχυρότερους πολλαπλασιαστές της ακρίβειας. Οταν ανεβαίνει το πετρέλαιο, δεν ακριβαίνει μόνο η μετακίνηση του καταναλωτή. Ακριβαίνει η απόσταση που χωρίζει το εργοστάσιο από την αποθήκη, την αποθήκη από το κατάστημα και τελικά το προϊόν από τον άνθρωπο που θα το αγοράσει. Στην Ελλάδα αυτή η εξίσωση είναι ακόμη δυσκολότερη, καθώς η νησιωτικότητα, η μεγάλη εξάρτηση από τις θαλάσσιες μεταφορές και οι αποστάσεις που πρέπει να καλύψουν πολλά εμπορεύματα κάνουν την οικονομία ιδιαίτερα ευαίσθητη στις αυξήσεις των καυσίμων και των ναύλων. Ενα προϊόν που πρέπει να ταξιδέψει με φορτηγό, να περάσει με πλοίο σε ένα νησί και στη συνέχεια να μεταφερθεί ξανά οδικώς μέχρι το κατάστημα «κουβαλά» στην τελική του τιμή όλο αυτό το κόστος.
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι ενδεικτικά, καθώς τον Αύγουστο οι τιμές στην ομάδα των μεταφορών ήταν αυξημένες κατά 7,7% σε ετήσια βάση. Ειδικά το πετρέλαιο κίνησης (diesel), που αποτελεί υποκατηγορία, έχει ανέβει 70% και η βενζίνη 39% στην εξαετία (2020-2026). Στην εξίσωση πρέπει να συνυπολογισθεί και η αναστάτωση στις διεθνείς θαλάσσιες ροές. Η μειωμένη κίνηση στα Στενά του Ορμούζ και οι επιθέσεις σε πλοία ανεβάζουν τα ασφάλιστρα και τα ναύλα, ενώ κάθε αλλαγή διαδρομής σημαίνει επιπλέον ημέρες στη θάλασσα και περισσότερα καύσιμα. Αυτό το κόστος τελικά μοιράζεται ανάμεσα στη μεταφορική εταιρεία, στον προμηθευτή και στον καταναλωτή.
5. Υπηρεσίες
Από την εστίαση μέχρι τις διακοπές
Ο ιός της ακρίβειας έχει χτυπήσει και τις υπηρεσίες. Ενας καφές, ένα γεύμα, ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, μια ασφάλεια ή μια οικογενειακή έξοδος κοστίζουν περισσότερο και οι αυξήσεις στις υπηρεσίες αποδεικνύονται πολύ πιο επίμονες. Οπως αναφέρουν οικονομικοί αναλυτές, «οι υπηρεσίες έχουν ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό καθώς δεν εξαρτώνται μόνο από την τιμή μιας πρώτης ύλης που μπορεί αύριο να πέσει. Εχουν μισθολογικό κόστος, ενοίκια, ενέργεια, ασφάλιστρα και μια σειρά λειτουργικών δαπανών». Η εστίαση είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ενα εστιατόριο ή μια καφετέρια αγοράζει τρόφιμα και ποτά, πληρώνει ρεύμα, ενοίκιο, μεταφορικά και προσωπικό.
Οταν αρκετά από αυτά τα κόστη ανεβαίνουν ταυτόχρονα, η επιχείρηση βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση: είτε θα περιορίσει το περιθώριο κέρδους της είτε θα μεταφέρει μέρος της επιβάρυνσης στον τιμοκατάλογο, γνωρίζοντας όμως ότι και ο πελάτης έχει όρια στο τι μπορεί να πληρώσει. Είναι ενδεικτικό ότι οι τιμές στα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα καφέ αυξήθηκαν κατά 36% την τελευταία εξαετία.
6. Επιτόκια
Το «φάρμακο» που έχει κόστος
Η αύξηση του κόστους χρήματος κρύβει μια ιδιαιτερότητα. Επιστρατεύθηκε ως… φάρμακο για τη θεραπεία των υπόλοιπων πληγών. Οταν ο πληθωρισμός ξέφυγε μετά την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, οι κεντρικές τράπεζες απάντησαν με τον μπαζούκα που διαθέτουν, ανεβάζοντας τα επιτόκια ώστε να περιορίσουν τη ζήτηση και να κόψουν ταχύτητα από τις αυξήσεις των τιμών. Υπάρχει, όμως, και η άλλη όψη. Το ακριβότερο χρήμα ανεβάζει τη δόση ενός δανείου, δυσκολεύει την αγορά κατοικίας και αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης μιας επιχείρησης. Μια επένδυση που ήταν βιώσιμη σε περιβάλλον πολύ χαμηλών επιτοκίων, μπορεί να γίνει λιγότερο ελκυστική όταν το κόστος κεφαλαίου ανεβαίνει, ενώ μια επιχείρηση που χρειάζεται δανεισμό για κεφάλαιο κίνησης, καλείται να ενσωματώσει ένα ακόμη υψηλότερο κόστος στη λειτουργία της.
Η νέα ενεργειακή κρίση ανάγκασε την ΕΚΤ να αυξήσει τον Σεπτέμβριο τα βασικά της επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης και ανεβάζοντας το επιτόκιο στο 2,50%. Η ίδια η κεντρική τράπεζα συνδέει την αλλαγή πορείας με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τις νέες πληθωριστικές πιέσεις, μεταθέτοντας χρονικά την επιστροφή του πληθωρισμού προς τον στόχο τού 2%.



