
Σημαντικοί παράγοντες «οδηγούν» την Ελλάδα στο να εισάγει περισσότερο κρασί από όσο εξάγει, ενώ εκτός από το έλλειμα στις εξαγωγές παρουσιάζεται και μείωση στην Η εγκατάλειψη του αμπελώνα αγγίζει το 30% την τελευταία δεκαπενταετία καθώς μείωνεται τόσο η έκταση των αμπελώνων, όσο και η ίδια η παραγωγή οίνου, επισήμανε ο υπουργός. Επισημάνθηκε επιπλέον, ότι το μικρό μέγεθος του κλήρου αποτελεί ίσως το πιο κρίσιμο διαρθρωτικό ζήτημα, περιορίζοντας τις οικονομίες κλίμακας και την ανταγωνιστικότητα. ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ Η ποσότητα των εισαγωγών αυξήθηκε σημαντικά ήδη από το 2024, όταν και είχε παρατηρηθεί άνοδος 39,95%. Σε αυτό το ποσοστό προστίθεται επιπλέον αύξηση 18,73% για την χρονιά που μας πέρασε. Σε επίπεδο συνολικής παραγωγής, οι οίνοι χωρίς γεωγραφική ένδειξη αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ήμισυ της παραγωγής με ποσοστό 49,29% (810.947 εκατόλιτρα), υποδηλώνοντας ότι περίπου το μισό της ελληνικής παραγωγής αφορά οίνους μαζικής κατανάλωσης, όπως υποστηρίζει η ΚΕΟΣΟΕ. Η χώρα καλείται να αναζωογονήσει την αγροτική της παραγωγή και έτσι προκρίνεται η σύνδεσή της με την «βαριά βιομηχανία» του κράτους, τον τουρισμό, σε μια περίοδο που παγκοσμίως οι εναλλακτικές μορφές τουρισμού αναδεικνύονται συνεχώς. Ο Μ. Σχοινάς τόνισε ότι: «Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται πλέον στην σύνδεση του κρασιού με τον τουρισμό και την τοπική ανάπτυξη, αναδεικνύοντας τον οινοτουρισμό ως έναν από τους πιο δυναμικούς και αναπτυσσόμενους τομείς της ελληνικής οικονομίας. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου ο οινοτουρισμός αναπτύσσεται δυναμικά, η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει αυτό το πλεονέκτημα, επενδύοντας σε ποιότητα, ταυτότητα και εμπειρία, ώστε το ελληνικό κρασί να λειτουργεί ως πρεσβευτής της χώρας…πρέπει να περάσουμε από τη λογική της επιβίωσης στη λογική της προστιθέμενης αξίας».Οινοτουρισμός


