Νέοι κανόνες εφαρμόζονται πλέον στη χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας των εργαζομένων, με τις σημαντικότερες αλλαγές να αφορούν την κατάτμηση των ημερών άδειας και τις υποχρεώσεις των εργοδοτών. Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, η κανονική άδεια εξακολουθεί να χορηγείται κατά κανόνα σε συνεχόμενο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, εφόσον ο εργαζόμενος επιθυμεί να τη λάβει τμηματικά, αυτό μπορεί να γίνει μόνο μετά από γραπτή αίτησή του και με τη συναίνεση του εργοδότη. Η βασική διαφοροποίηση σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι ο εργοδότης δεν μπορεί πλέον να αποφασίζει μονομερώς την κατάτμηση της άδειας επικαλούμενος λειτουργικές ή αυξημένες ανάγκες της επιχείρησης.
Παράλληλα, η νομοθεσία προβλέπει ότι ακόμη και στην περίπτωση τμηματικής χορήγησης, ένα μέρος της άδειας πρέπει υποχρεωτικά να είναι συνεχόμενο. Συγκεκριμένα, απαιτούνται τουλάχιστον πέντε εργάσιμες ημέρες για όσους εργάζονται με πενθήμερο και έξι εργάσιμες ημέρες για όσους απασχολούνται με εξαήμερο σύστημα εργασίας. Σημαντική είναι και η πρόβλεψη που ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να ικανοποιήσει το αίτημα χορήγησης άδειας μέσα σε διάστημα δύο μηνών από την υποβολή του. Επιπλέον, τουλάχιστον το 50% του προσωπικού κάθε επιχείρησης πρέπει να έχει λάβει την ετήσια άδειά του κατά το διάστημα από 1η Μαΐου έως και 30 Σεπτεμβρίου.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί στην εργατική νομοθεσία, οι αλλαγές αφορούν κυρίως τη διαδικασία και όχι τη διάρκεια της άδειας. Η δυνατότητα κατάτμησης παραμένει, αλλά πλέον απαιτείται η πρωτοβουλία του ίδιου του εργαζομένου. Σε κάθε περίπτωση, η ετήσια άδεια πρέπει να έχει χορηγηθεί το αργότερο έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους, διασφαλίζοντας ότι κανένας εργαζόμενος δεν θα χάσει το δικαίωμά του λόγω καθυστέρησης στη χορήγησή της.
