
Η ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή γεμίζει ξανά με υποσχέσεις που ακούγονται εύκολες, αλλά δύσκολα χωρούν στους προϋπολογισμούς. Στη Γαλλία, το πρόγραμμα της Μαρίν Λεπέν φέρνει αυτό το πρόβλημα στο κέντρο της συζήτησης, καθώς συνδυάζει μεγάλη μείωση του ελλείμματος με νέες φορολογικές ελαφρύνσεις και πρόσθετες κοινωνικές δαπάνες. Η πρότασή της μιλά για δημοσιονομική προσαρμογή 140 δισ. ευρώ, ενώ ταυτόχρονα προβλέπει μειώσεις φόρων περίπου 30 δισ. ευρώ. Στο συνταξιοδοτικό, η γραμμή παραμένει πολιτικά ελκυστική, με διατήρηση του ορίου στα 62 έτη και δυνατότητα εξόδου στα 60 για ορισμένες κατηγορίες. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν οι δεσμεύσεις ακούγονται δημοφιλείς, αλλά αν μπορούν να πληρωθούν χωρίς νέο βάρος για τα δημόσια οικονομικά.
Το σχέδιο αναζητά πόρους κυρίως σε περικοπές που συνδέονται με τη μετανάστευση, οι οποίες υπολογίζονται έως 29 δισ. ευρώ, και σε μικρότερη γαλλική συμμετοχή στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 5 δισ. ευρώ. Προσθέτει επίσης έσοδα από αυξημένη φορολόγηση σε καπνό και αλκοόλ σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ως άλλη πηγή χρημάτων παρουσιάζει την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και την αναδιάταξη της κρατικής μηχανής, με προσδοκώμενο όφελος 26 δισ. ευρώ. Αυτές οι προβλέψεις όμως χρειάζονται χρονοδιάγραμμα, μηχανισμό εφαρμογής και μετρήσιμο αποτέλεσμα, αλλιώς μένουν αριθμοί πάνω στο χαρτί. Η επίκληση πιθανής παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για να συγκρατηθεί το κόστος δανεισμού ανοίγει ακόμη ένα ερώτημα, καθώς καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη μια τέτοια στήριξη.
Η ίδια λογική περνά και στην ελληνική δημόσια συζήτηση, όπου ακούγεται συχνά ότι υπάρχουν διαθέσιμα χρήματα για παροχές, αρκεί να αλλάξει η πολιτική επιλογή. Η Ελλάδα όμως κινείται μέσα σε κανόνες που συνδέονται με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, εποπτεία και στόχους για έλλειμμα και χρέος. Δεν μπορεί μια χώρα να ζητά σταθερά πόρους από την Ευρώπη και την ίδια στιγμή να αντιμετωπίζει τους όρους αυτής της στήριξης ως λεπτομέρεια. Το ζήτημα γίνεται πιο πιεστικό όσο οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες δείχνουν μικρότερη διάθεση να καλύπτουν επιπλέον βάρη για λογαριασμό άλλων. Κάθε νέα παροχή, φοροελάφρυνση ή αύξηση δαπάνης χρειάζεται καθαρή απάντηση για το ποιος πληρώνει, πότε πληρώνει και με ποια επίπτωση στον επόμενο προϋπολογισμό. Η ελληνική εμπειρία έχει δείξει ότι όταν οι υπολογισμοί στηρίζονται σε ευχές, ο λογαριασμός τελικά φτάνει στους πολίτες.

