
Η Ελλάδα μπαίνει στη νέα αναταραχή των ομολόγων με λιγότερα βαρίδια από όσα κουβαλούσε στην προηγούμενη κρίση. Η άνοδος των επιτοκίων, η ακρίβεια στην ενέργεια και οι πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς κάνουν τον δανεισμό ακριβότερο σε όλη την Ευρώπη. Τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη αναζητούν τρόπους να συγκρατήσουν δαπάνες, καθώς οι αγορές ζητούν υψηλότερο τίμημα για να χρηματοδοτήσουν νέα χρέη. Η Αθήνα, αντίθετα, εμφανίζεται με μικρότερες χρηματοδοτικές ανάγκες, πρωτογενή πλεονάσματα και σχέδιο ταχύτερης μείωσης του χρέους. Δεν μένει έξω από τις διεθνείς πιέσεις, όμως έχει σήμερα μεγαλύτερη αντοχή επειδή χρειάζεται να δανειστεί λιγότερο.
Οι αποδόσεις των ομολόγων δείχνουν καθαρά αυτή την αλλαγή. Στα πενταετή ομόλογα, η Ελλάδα δανείζεται κοντά στο 3,8%, όταν η Γαλλία κινείται περίπου στο 4,26%, το Ηνωμένο Βασίλειο στο 5,03% και οι ΗΠΑ στο 4,99%. Αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό πενταετές έχει χαμηλότερο κόστος από τίτλους χωρών με πολύ μεγαλύτερες οικονομίες και βαθύτερες αγορές. Στο δεκαετές ομόλογο, που αποτελεί βασικό δείκτη για το μακροπρόθεσμο κόστος δανεισμού, η Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο 4,36%, έναντι 4,84% της Γαλλίας, 4,56% της Ιταλίας, 5,46% του Ηνωμένου Βασιλείου και 5,21% των ΗΠΑ. Για μια χώρα που πριν από λίγα χρόνια είχε αποκλειστεί από τις αγορές, η σύγκριση αυτή λειτουργεί ως καθαρό σήμα εμπιστοσύνης.
Η διαφορά αυτή περνά πλέον και στον προϋπολογισμό. Το προσχέδιο προβλέπει μόνιμες παρεμβάσεις ύψους 2,2 δισ. ευρώ, ενώ παράλληλα στηρίζεται σε ανάπτυξη, πλεονάσματα και νέες πρόωρες αποπληρωμές δανείων. Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να μειωθεί από 146,1% του ΑΕΠ σε 136,7% φέτος και να υποχωρήσει περαιτέρω στο 128,8% το 2027. Σε απόλυτα ποσά, η μείωση εκτιμάται σε περίπου 4,8 δισ. ευρώ φέτος και ακόμη 4,4 δισ. ευρώ το 2027. Το 2026, η πρόωρη εξόφληση υποχρεώσεων ύψους 12,84 δισ. ευρώ περιορίζει τις μελλοντικές ανάγκες και φέρνει εκτιμώμενο όφελος από τόκους περίπου 370 εκατ. ευρώ τον χρόνο.

