Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Ελληνικά ομόλογα: Αναβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας
Οι διεθνείς οίκοι «ψηφίζουν» ελληνικά ομόλογα και για το 2026 και «βλέπουν» νέες αναβαθμίσεις, με την ορατότητα να θολώνει όμως μετά το αρνητικό παγκόσμιο γεωπολιτικό κλίμα, σύμφωνα με το ΑΠΕ – ΜΠΕ.
Παράλληλα, η Ελλάδα αναμένει νέες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους οίκους αξιολόγησης.
Να σημειωθεί ότι τον επόμενο μήνα η ελληνική οικονομία θα αξιολογηθεί από τους οίκους αξιολόγησης DBRS, Moody’s και Scope, ενώ οι αξιολογήσεις θα συνεχιστούν τον Οκτώβριο από τη Standard & Poor’s και το Νοέμβριο από την Fitch.
Οι κρατικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις από όλους τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης που είναι αποδεκτοί με βάση το πλαίσιο του Ευρωσυστήματος (δηλ. Fitch, Moody’s, Morningstar-DBRS, Scope Ratings και S&P) βρίσκονται εντός της επενδυτικής κατηγορίας. Συγκεκριμένα, επί του παρόντος μετά από μια σειρά αναβαθμίσεων τα τελευταία χρόνια, οι οίκοι S&P, Fitch, Mornigstar-DBRS και Scope Ratings αξιολογούν το κρατικό αξιόχρεο της ελληνικής οικονομίας σε ΒΒΒ και ο οίκος Moody’s σε Βaa3 (ισοδύναμη της ΒΒΒ-).
Πρόωρες αποπληρωμές του χρέους
Ένα ακόμη θετικό σήμα στις αγορές για την ελληνική οικονομία επιχειρεί να στείλει η κυβέρνηση με το σχέδιο για την ταχύτερη μείωση του δημοσίου χρέους της χώρας το οποίο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με τις πρόωρες αποπληρωμές δανείων, τα οποία θα ωρίμαζαν μεταξύ 2033 και 2042.
Με αυτή την κίνηση το ελληνικό δημόσιο περνάει ένα μήνυμα περαιτέρω διασφάλισης στους θεσμούς, στους οίκους αξιολόγησης αλλά κυρίως στη διεθνή επενδυτική κοινότητα ότι κινείται με προνοητικότητα και διορατικότητα, έγκαιρα και σε ασφαλή χρόνο, προκειμένου να μειώσει ακόμη περαιτέρω τις ήδη μειωμένες ετήσιες μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες του και μετά το 2032.
Το συνολικό ποσό των πρόωρων αποπληρωμών δημοσίου χρέους για το 2026 αναμένεται να ανέλθει σε περίπου 12,84 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η μέση σταθμική διάρκεια του προεξοφλούμενου δημόσιου χρέους ανέρχεται σε 7,1 έτη, ενώ το μέσο σταθμικό κόστος εξυπηρέτησής του ανέρχεται σε περίπου 2,9%.
Με δεδομένα τα παραπάνω στοιχεία, το ετήσιο όφελος που προκύπτει για το ελληνικό δημόσιο λόγω της μείωσης των δαπανών τόκων ανέρχεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ, ενώ ταυτόχρονα αξιοποιούνται τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα των οποίων οι αποδόσεις υπολείπονται κατά πολύ του μέσου κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Με τις ίδιες παραδοχές, το συνολικό όφελος κατά τη διάρκεια των επτά ετών ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ.
Σημαντική μείωση του δημοσίου χρέους
Με την κίνηση αυτή, η χώρα μας θα πάψει από φέτος να είναι η πλέον υπερχρεωμένη στην Ευρώπη. Θα βρεθεί στη δεύτερη θέση πίσω από την Ιταλία, με ποσοστό 137% του ΑΕΠ. Μάλιστα, προβλέπεται ότι το χρέος θα παραμείνει σε έντονα πτωτική πορεία και θα πέσει κάτω από το 110% το 2031.
Ο γερμανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope Ratings, σε πρόσφατη έκθεσή του «βλέπει» σημαντική αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους. Εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 107% του ΑΕΠ το 2031 από 136% φέτος και 128% το 2027. Το αποτέλεσμα αυτής της μείωσης εξπρές θα είναι να έχει η Ελλάδα χαμηλότερο χρέος το 2031 όχι μόνο από την Ιταλία – την οποία αναμένεται να αφήσει πίσω ήδη από φέτος – αλλά και από τη Γαλλία και το Βέλγιο, πλησιάζοντας τον μέσο όρο χρέους της Ευρωζώνης. Για την Ευρωζώνη, το χρέος αναμένεται να διαμορφωθεί στο 90% το 2031, στο ίδιο επίπεδο με το 2027.
BofA-ΗΠΑ: «Οτιδήποτε εκτός από ομόλογα»
Με το εθνικό χρέος των ΗΠΑ να πλησιάζει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, η Bank of America προειδοποιεί τους επενδυτές ομολόγων: «Οτιδήποτε εκτός από ομόλογα» και αναμένει ότι το εθνικό χρέος θα φτάσει τα 50 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2029.
Η ανησυχία δεν είναι ότι η κυβέρνηση οφείλει πολλά χρήματα. Είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να αναχρηματοδοτεί συνεχώς και να εκδίδει περισσότερο χρέος, δημιουργώντας μεγαλύτερη προσφορά ομολόγων που οι επενδυτές πρέπει να απορροφήσουν. Εάν οι επενδυτές γίνουν λιγότερο πρόθυμοι να αγοράσουν αυτό το χρέος με τις υπάρχουσες αποδόσεις, η κυβέρνηση πρέπει να προσφέρει υψηλότερα επιτόκια για να τους προσελκύσει.
Τα νέα ομόλογα γίνονται πιο ελκυστικά επειδή προσφέρουν υψηλότερο εισόδημα, αλλά τα υπάρχοντα ομόλογα χάνουν αξία όταν αυξάνονται οι αποδόσεις της αγοράς. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια του ομολόγου, τόσο πιο ευαίσθητη είναι γενικά η τιμή στις μεταβολές των επιτοκίων. Αυτό καθιστά τα μακροπρόθεσμα ομόλογα ιδιαίτερα ευάλωτα εάν οι επενδυτές συνεχίσουν να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αντισταθμίσουν τους δημοσιονομικούς και πληθωριστικούς κινδύνους.



