
Η Γαλλία βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο των αγορών. Οι επενδυτές μειώνουν την έκθεσή τους στα γαλλικά κρατικά ομόλογα και αυξάνουν τη ζήτηση για ασφαλέστερες επιλογές. Το spread του γαλλικού 10ετούς έναντι του γερμανικού αυξήθηκε κατά 19 μονάδες βάσης και έφθασε στις 178 μονάδες βάσης. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2011, στην πιο δύσκολη φάση της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη. Η πίεση πέρασε και στο χρηματιστήριο, με τον CAC 40 στο Παρίσι να υποχωρεί πάνω από 1%.
Στο βραχυπρόθεσμο χρέος, οι πωλητές κινήθηκαν επίσης επιθετικά. Η απόδοση του διετούς γαλλικού ομολόγου ανέβηκε κατά 11 μονάδες βάσης και διαμορφώθηκε στο 3,86%. Τέτοια ημερήσια μεταβολή θεωρείται έντονη για μεγάλη ανεπτυγμένη οικονομία. Παράλληλα, η απόδοση του 10ετούς έφθασε στο 5,07%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002. Αν κρατηθεί εκεί, θα ξεπεράσει για πρώτη φορά από το 2013 την αντίστοιχη απόδοση των αμερικανικών ομολόγων.
Στο πολιτικό μέτωπο, η ανησυχία μεγαλώνει λόγω της κοινωνικής έντασης και του υψηλού κόστους ζωής. Η κυβέρνηση προετοιμάζεται για νέες κινητοποιήσεις το Σαββατοκύριακο, ενώ οι πρόσφατες συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία έχουν επιβαρύνει το κλίμα. Ο Εμανουέλ Μακρόν επιδιώκει να περιορίσει τις πορείες του Σαββάτου σε κινητοποιήσεις των εργατικών συνδικάτων. Η αγορά συνδέει την κοινωνική πίεση με τη δυσκολία λήψης μέτρων για τα δημόσια οικονομικά. Αναλυτές θεωρούν ότι το πολιτικό αδιέξοδο κάνει πιο δύσκολη τη διαχείριση του χρέους πριν από τις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους.
Οι συγκρίσεις με το 2011 αυξάνονται, αλλά η σημερινή κατάσταση δεν είναι ίδια. Τότε, η Ελλάδα βρισκόταν στο κέντρο της αναταραχής και τα spreads είχαν φτάσει σε ακραία επίπεδα. Σήμερα, η Ευρωζώνη διαθέτει ισχυρότερες άμυνες και η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει ανάλογη τραπεζική πίεση. Παρ’ όλα αυτά, οι αγορές δεν βλέπουν άμεσο λόγο για έκτακτη παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ορισμένοι διαχειριστές κεφαλαίων προειδοποιούν ότι η πίεση μπορεί να απλωθεί και σε άλλα ευρωπαϊκά ομόλογα, ακόμη και στα γερμανικά, αν οι επενδυτές προεξοφλήσουν μεγαλύτερο βάρος στήριξης προς τις πιο χρεωμένες χώρες.
