
Η κυβέρνηση βάζει στο τραπέζι ισχυρά φορολογικά κίνητρα για να στρέψει εργαζομένους και αυτοαπασχολούμενους σε μακροχρόνια αποταμίευση. Μέσα από τις νέες ρυθμίσεις για την επαγγελματική ασφάλιση, επιχειρεί να κάνει πιο ελκυστική τη δημιουργία μιας πρόσθετης σύνταξης, πέρα από την κύρια και την επικουρική.
Το βασικό κίνητρο είναι η φορολογική έκπτωση για ποσά που κατευθύνονται σε επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. Οι μισθωτοί θα μπορούν να αφαιρούν από το φορολογητέο εισόδημά τους εισφορές έως και 35% των μεικτών αποδοχών τους, από 20% που ισχύει σήμερα. Για τους αυτοαπασχολούμενους, το αντίστοιχο ετήσιο όριο ανεβαίνει από τις 20.000 στις 35.000 ευρώ.
Τα χρήματα αυτά δεν μένουν αδρανή. Επενδύονται σε βάθος χρόνου από τα επαγγελματικά ταμεία ή από ομαδικά συνταξιοδοτικά προϊόντα, με στόχο να δημιουργηθεί κεφάλαιο που θα αξιοποιηθεί μετά την αποχώρηση από την εργασία. Ο ασφαλισμένος θα μπορεί να το λάβει είτε εφάπαξ είτε ως μηνιαία συμπληρωματική παροχή.
Η φορολόγηση κατά την είσπραξη προβλέπεται χαμηλή. Για εφάπαξ καταβολή, ο φόρος διαμορφώνεται στο 10% για όσους αποχωρούν από τα 62 έως τα 67 έτη και στο 5% για όσους συνταξιοδοτούνται μετά τα 67. Αν το ποσό δοθεί ως συμπληρωματική σύνταξη, ο ετήσιος φόρος πέφτει στο 5% πριν από τα 67 και στο 2,5% μετά τα 67.
Ένας εργαζόμενος με μεικτό μισθό 2.000 ευρώ, αν κατευθύνει 200 ευρώ τον μήνα σε επαγγελματικό ταμείο, θα δει το καθαρό εισόδημά του να μειώνεται λιγότερο από το ποσό που αποταμιεύει, λόγω της φορολογικής ελάφρυνσης. Σε βάθος 30 ετών, με μέση ετήσια απόδοση 4%, ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε κεφάλαιο περίπου 139.000 ευρώ. Η απόδοση, όμως, δεν είναι εγγυημένη και εξαρτάται από τις αγορές και τη διαχείριση των επενδύσεων.
Οι ρυθμίσεις έρχονται σε μια περίοδο όπου οι νέες συντάξεις συχνά κινούνται κάτω από τα 900 ευρώ μεικτά. Η κυβέρνηση ποντάρει και στις συλλογικές συμβάσεις, ώστε οι επιχειρήσεις να προσφέρουν τέτοια προγράμματα ως πρόσθετη παροχή στο προσωπικό τους, με συμμετοχή εργοδότη και εργαζομένου.
