
Το επίδομα άδειας βρίσκεται αυτή την περίοδο στο ενδιαφέρον χιλιάδων εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, καθώς οι περισσότεροι προγραμματίζουν τις θερινές διακοπές τους και θέλουν να γνωρίζουν τόσο το ποσό που δικαιούνται όσο και τον χρόνο κατά τον οποίο θα το λάβουν. Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μεικτά από την 1η Απριλίου 2026 επηρεάζει αντίστοιχα το ύψος του επιδόματος για όσους αμείβονται με τις κατώτατες νόμιμες αποδοχές. Το κατώτατο ημερομίσθιο έχει διαμορφωθεί στα 41,09 ευρώ. Δεν υπάρχει μία κοινή ημερομηνία καταβολής για όλους τους εργαζομένους, όπως συμβαίνει με τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα. Οι αποδοχές άδειας και το επίδομα πρέπει να προκαταβάλλονται κατά την έναρξη της κανονικής άδειας του εργαζομένου. Επομένως, όποιος ξεκινά την άδειά του τον Ιούλιο πρέπει να λάβει τότε και το αντίστοιχο ποσό, ενώ το ίδιο ισχύει για όσους αποχωρούν για διακοπές τον Αύγουστο ή σε άλλη χρονική περίοδο.
Πώς γίνεται ο υπολογισμός
Το επίδομα υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται στον εργαζόμενο. Για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό, το ανώτατο ποσό αντιστοιχεί στο μισό του μηνιαίου μισθού. Επομένως, εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό των 920 ευρώ μπορεί να λάβει έως 460 ευρώ μεικτά ως επίδομα άδειας, εφόσον δικαιούται ολόκληρη την ετήσια άδεια. Για τους εργατοτεχνίτες που αμείβονται με ημερομίσθιο, το ανώτατο όριο είναι 13 ημερομίσθια. Με κατώτατο ημερομίσθιο 41,09 ευρώ, το αντίστοιχο ποσό φτάνει έως τα 534,17 ευρώ μεικτά. Το τελικό ποσό μπορεί να είναι μικρότερο όταν ο εργαζόμενος δεν έχει συμπληρώσει το χρονικό διάστημα που απαιτείται για ολόκληρη την άδεια, καθώς τότε υπολογίζεται αναλογικά. Το Κέντρο Πληροφόρησης Εργαζομένων και Ανέργων της ΓΣΕΕ διαθέτει ηλεκτρονικές εφαρμογές, μέσω των οποίων μπορούν να υπολογιστούν τόσο οι ημέρες άδειας όσο και οι αποδοχές και το επίδομα που αντιστοιχούν σε κάθε περίπτωση.
Πόσες ημέρες άδειας δικαιούται ο εργαζόμενος
Ο αριθμός των ημερών εξαρτάται από το σύστημα απασχόλησης, τον χρόνο εργασίας στον ίδιο εργοδότη και τη συνολική προϋπηρεσία. Στην πενθήμερη εργασία, η άδεια υπολογίζεται με βάση τις 20 εργάσιμες ημέρες κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος και χορηγείται αναλογικά από την έναρξη της εργασιακής σχέσης. Κατά το δεύτερο έτος μπορεί να φτάσει τις 21 ημέρες, ενώ από το τρίτο έτος και μετά τις 22. Στην εξαήμερη εργασία, η βάση είναι οι 24 ημέρες κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος, οι 25 κατά το δεύτερο και οι 26 από το τρίτο και μετά, εφόσον έχουν συμπληρωθεί οι απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις. Μετά τη συμπλήρωση δέκα ετών στον ίδιο εργοδότη ή συνολικής προϋπηρεσίας δώδεκα ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη, το δικαίωμα αυξάνεται σε 25 ημέρες για την πενθήμερη και σε 30 για την εξαήμερη εργασία. Μετά τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας ή συνολικής προϋπηρεσίας, οι ημέρες αυξάνονται σε 26 για το πενθήμερο και σε 31 για το εξαήμερο.
Τι ισχύει για την κατάτμηση της άδειας
Η κανονική άδεια χορηγείται καταρχήν συνεχόμενα. Επιτρέπεται, ωστόσο, να κατατμηθεί ύστερα από έγγραφο αίτημα του εργαζομένου και αποδοχή του εργοδότη. Σε αυτή την περίπτωση, ένα τουλάχιστον μέρος της πρέπει να περιλαμβάνει πέντε συνεχόμενες εργάσιμες ημέρες για όσους εργάζονται με πενθήμερο και έξι συνεχόμενες ημέρες για όσους εργάζονται με εξαήμερο. Για τους ανήλικους εργαζομένους το ελάχιστο συνεχόμενο διάστημα είναι μεγαλύτερο. Η κατάτμηση, επομένως, δεν μπορεί να επιβληθεί μονομερώς ως τρόπος περιορισμού της ανάπαυσης του εργαζομένου. Προϋποθέτει σχετικό αίτημα και συμφωνία, ενώ πρέπει να τηρούνται τα ελάχιστα συνεχόμενα διαστήματα που προβλέπει η εργατική νομοθεσία. Για πολλούς εργαζομένους το επίδομα άδειας δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα πρόσθετο ποσό για τις καλοκαιρινές διακοπές. Σε μια περίοδο αυξημένου κόστους ζωής, χρησιμοποιείται συχνά για την κάλυψη πάγιων υποχρεώσεων, λογαριασμών και αναγκών του νοικοκυριού, γεγονός που καθιστά ακόμη σημαντικότερη την έγκαιρη και σωστή καταβολή του.
