
Καθώς η θερινή περίοδος προχωρά και οι περισσότεροι εργαζόμενοι οργανώνουν τις ημέρες ανάπαυσής τους, το επίδομα αδείας βρίσκεται ψηλά στον οικονομικό προγραμματισμό των νοικοκυριών. Χιλιάδες μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα αναζητούν πληροφορίες για το ποσό που δικαιούνται, την ημερομηνία πληρωμής και τον αριθμό των ημερών κανονικής άδειας που αντιστοιχεί στην προϋπηρεσία τους. Το επίδομα αδείας δεν καταβάλλεται σε μία κοινή ημερομηνία για όλους τους εργαζομένους. Μαζί με τις αποδοχές της άδειας, πρέπει να προκαταβάλλεται κατά την έναρξη της κανονικής άδειας του μισθωτού. Επομένως, ο χρόνος πληρωμής εξαρτάται από το πότε θα ξεκινήσει η άδεια κάθε εργαζομένου. Το ποσό καθορίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές που λαμβάνει ο εργαζόμενος όταν ξεκινά η άδειά του. Στις αποδοχές αυτές συνυπολογίζονται τα σταθερά επιδόματα και οι προσαυξήσεις που καταβάλλονται τακτικά.
Για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό, το επίδομα δεν μπορεί να ξεπεράσει το μισό του μηνιαίου μισθού. Για τους εργατοτεχνίτες και όσους αμείβονται με ημερομίσθιο, το ανώτατο όριο αντιστοιχεί σε 13 ημερομίσθια. Από την 1η Απριλίου 2026 ο κατώτατος μισθός για τους υπαλλήλους πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε από τα 880 στα 920 ευρώ μεικτά. Κατά συνέπεια, για εργαζόμενο που αμείβεται με τον νέο κατώτατο μισθό και δικαιούται ολόκληρο το επίδομα, το ανώτατο ποσό διαμορφώνεται στα 460 ευρώ μεικτά, δηλαδή στο μισό του μηνιαίου μισθού. Το τελικό καθαρό ποσό είναι χαμηλότερο, καθώς το επίδομα υπόκειται στις προβλεπόμενες ασφαλιστικές και φορολογικές κρατήσεις. Όταν ο εργαζόμενος δεν έχει συμπληρώσει το απαιτούμενο χρονικό διάστημα απασχόλησης, τόσο η άδεια όσο και το επίδομα υπολογίζονται αναλογικά. Το Κέντρο Πληροφόρησης Εργαζομένων και Ανέργων της ΓΣΕΕ διαθέτει ηλεκτρονική εφαρμογή, μέσω της οποίας οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υπολογίσουν τις ημέρες άδειας, τις αποδοχές άδειας και το επίδομα που δικαιούνται ανάλογα με τα στοιχεία της εργασιακής τους σχέσης.
Πώς μπορεί να χωριστεί η κανονική άδεια
Κατά κανόνα, η ετήσια άδεια χορηγείται συνεχόμενα. Υπάρχει, ωστόσο, δυνατότητα τμηματικής λήψης, ύστερα από αίτημα του εργαζομένου και αποδοχή του εργοδότη. Σε περίπτωση κατάτμησης, τουλάχιστον ένα τμήμα της άδειας πρέπει να περιλαμβάνει πέντε συνεχόμενες εργάσιμες ημέρες για όσους εργάζονται με πενθήμερο και έξι εργάσιμες ημέρες για όσους απασχολούνται με εξαήμερο. Για τους ανήλικους εργαζομένους, το αντίστοιχο ελάχιστο συνεχόμενο διάστημα είναι 12 εργάσιμες ημέρες.
Πόσες ημέρες άδειας δικαιούται κάθε εργαζόμενος
Ο αριθμός των ημερών κανονικής άδειας εξαρτάται από το σύστημα εργασίας, το χρονικό διάστημα απασχόλησης στον συγκεκριμένο εργοδότη και τη συνολική προϋπηρεσία. Κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος, η άδεια χορηγείται αναλογικά από την έναρξη της εργασιακής σχέσης. Η βάση υπολογισμού είναι 20 εργάσιμες ημέρες για το πενθήμερο και 24 για το εξαήμερο, όταν πρόκειται για πλήρες έτος απασχόλησης. Στο πενθήμερο σύστημα, η άδεια αυξάνεται σταδιακά έως τις 22 εργάσιμες ημέρες. Με τη συμπλήρωση δέκα ετών στον ίδιο εργοδότη ή συνολικής προϋπηρεσίας 12 ετών, ο εργαζόμενος δικαιούται 25 ημέρες. Μετά τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας, το δικαίωμα αυξάνεται στις 26 ημέρες.
Στο εξαήμερο, η αρχική βάση είναι 24 ημέρες και η άδεια αυξάνεται έως τις 26. Με δέκα χρόνια στον ίδιο εργοδότη ή 12 χρόνια συνολικής προϋπηρεσίας φτάνει τις 30 ημέρες, ενώ μετά από 25 χρόνια υπηρεσίας διαμορφώνεται στις 31 ημέρες. Για τον υπολογισμό της άδειας στο πενθήμερο δεν προσμετράται ως ημέρα άδειας το εβδομαδιαίο ρεπό που προκύπτει από την εφαρμογή του πενθημέρου. Το επίδομα αδείας αποτελεί κατοχυρωμένη παροχή και δεν είναι προαιρετική ενίσχυση του εργοδότη. Για πολλούς εργαζομένους λειτουργεί ως σημαντική οικονομική ανάσα, όχι μόνο για τις καλοκαιρινές διακοπές αλλά και για την κάλυψη αυξημένων καθημερινών υποχρεώσεων. Για τον ακριβή υπολογισμό του ποσού απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη ο μισθός, το είδος της απασχόλησης, η ημερομηνία πρόσληψης και η άδεια που έχει ήδη χορηγηθεί.
