
Η πορεία του δημόσιου χρέους αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες της δημοσιονομικής σταθερότητας και της αξιοπιστίας μιας οικονομίας. H Ελλάδα καταγράφει την ταχύτερη μείωση χρέους στην ευρωζώνη το 2025, με ετήσια πτώση 8,1 ποσοστιαίων μονάδων. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη διατήρηση πρωτογενών δημοσιονομικών επιδόσεων, την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και την ομαλοποίηση της σύνθεσης του χρέους. Η Πορτογαλία συνεχίζει επίσης τη διαδικασία δημοσιονομικής εξυγίανσης με μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ από 93,6% το 2024 σε 89,7% το 2025 και περαιτέρω αποκλιμάκωση σε 87,6% το 2026 και 86% το 2027. Η εξέλιξη αυτή είναι θετική, αν και λιγότερο έντονη σε σύγκριση με την ελληνική περίπτωση. Αντιθέτως, οι δύο μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης, Ιταλία και Γαλλία, καταγράφουν επιδείνωση στην δυναμική του δημόσιου χρέους. Στην Ιταλία, ο λόγος χρέους αυξήθηκε από 134,9% το 2024 σε 137,1% το 2025 και προβλέπεται να ανέλθει περίπου στο 139,2% το 2027. Με την εξέλιξη αυτή, η Ιταλία αναμένεται να καταγράψει τον υψηλότερο δείκτη χρέους προς ΑΕΠ εντός της ευρωζώνης, ξεπερνώντας την Ελλάδα. Παρόμοια, στην Γαλλία, το χρέος ανέβηκε από 113,2% το 2024 σε 115,6% το 2025 και αναμένεται να διαμορφωθεί γύρω στο 120,2% το 2027. Και στις δύο περιπτώσεις, ο συνδυασμός διατηρούμενων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και ασθενέστερης ονομαστικής μεγέθυνσης περιορίζει τις δυνατότητες μείωσης του χρέους. Σε επίπεδο ευρωζώνης, ο μέσος λόγος χρέους προς ΑΕΠ παραμένει σχεδόν σταθερός το 2024–2025 στο 88,4%, ενώ οι προβλέψεις υποδεικνύουν ήπια άνοδο σε 90,2% το 2026 και 91,2% το 2027. Οι διαφοροποιημένες τάσεις μεταξύ των χωρών αντικατοπτρίζουν τη μεταβλητότητα των δημοσιονομικών επιδόσεων εντός της νομισματικής ένωσης, με χώρες όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία να συγκλίνουν προς χαμηλότερους δείκτες χρέους, ενώ Ιταλία, Γαλλία και εν μέρει Γερμανία παρουσιάζουν σταδιακή επιδείνωση.
