
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η συνολική επίδραση στο κόστος εξυπηρέτησης του δανείου. Εκεί όπου με το προηγούμενο καθεστώς οι συνολικοί τόκοι θα έφθαναν περίπου τις 74.850 ευρώ, πλέον περιορίζονται σε μόλις 411 ευρώ. Ουσιαστικά, το δάνειο μετατρέπεται σχεδόν σε άτοκο, μειώνοντας δραστικά το συνολικό οικονομικό βάρος για τον οφειλέτη. Παράλληλα, τα επιπλέον ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί από τους δανειολήπτες λόγω του προηγούμενου τρόπου υπολογισμού δεν χάνονται. Θα συμψηφιστούν με τις μελλοντικές υποχρεώσεις, μειώνοντας είτε το ύψος των επόμενων δόσεων είτε τη συνολική διάρκεια αποπληρωμής. Οι εταιρείες διαχείρισης δανείων και απαιτήσεων έχουν ήδη διαμηνύσει ότι θα εφαρμόσουν πλήρως τη νέα νομοθετική ρύθμιση. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να ξεκινήσει μια σύνθετη διαδικασία επανυπολογισμού των οφειλών, προκειμένου να προσδιοριστούν με ακρίβεια τα ποσά που πρέπει να επιστραφούν ή να συμψηφιστούν για κάθε δανειολήπτη ξεχωριστά.
Η εφαρμογή της ρύθμισης δεν αφήνει ανεπηρέαστο ούτε το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», μέσω του οποίου τιτλοποιήθηκαν μεγάλα χαρτοφυλάκια μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η μείωση των δόσεων συνεπάγεται χαμηλότερες εισπράξεις για τα επόμενα χρόνια, με τη συνολική επίπτωση να υπολογίζεται σε περίπου 500 εκατομμύρια ευρώ σε ορίζοντα εικοσαετίας, ενώ επιπλέον 200 εκατομμύρια ευρώ συνδέονται με την αναδρομική εφαρμογή της διάταξης. Παρά το σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα, η κυβέρνηση εκτιμά ότι το μεγαλύτερο μέρος του κόστους που προκύπτει από τις αναδρομικές επιστροφές δεν θα επιβαρύνει τους φορολογούμενους, καθώς θα καλυφθεί από τα ίδια τα πιστωτικά ιδρύματα και τους διαχειριστές δανείων, ανάλογα με την περίοδο κατά την οποία εισέπραξαν τα αντίστοιχα ποσά. Με τη συγκεκριμένη παρέμβαση, η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει μια οριστική λύση σε ένα ζήτημα που απασχόλησε για χρόνια τα δικαστήρια, τις τράπεζες και χιλιάδες νοικοκυριά. Το κατά πόσο η νέα ρύθμιση θα περιορίσει πλήρως τις αντιδράσεις και τις πολιτικές ενστάσεις μένει να φανεί το επόμενο διάστημα, ωστόσο για δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες σηματοδοτεί μια ουσιαστική οικονομική ελάφρυνση και μια νέα προοπτική ταχύτερης απεμπλοκής από το βάρος του ιδιωτικού χρέους.
