
Το ΣτΕ ξεκαθάρισε αρχικά ότι η συγκεκριμένη Οδηγία θα μπορούσε να προβληθεί μόνο για το διάστημα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο, δηλαδή μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024. Εξετάζοντας, ωστόσο, και την ουσία της επίκλησης της Οδηγίας, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) της 11ης Νοεμβρίου 2025 στην υπόθεση C-19/23.Η Ολομέλεια του ΣτΕ εξέτασε στη συνέχεια κατά πόσο η μη επαναφορά των δώρων συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη του νομοθέτη. Το Δικαστήριο συνεκτίμησε τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το 2018, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το αναθεωρημένο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, καθώς και τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το όριο της φτώχειας. Παράλληλα, εξέτασε την εξέλιξη του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον ν. 4354/2015, αλλά και τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις, μεταξύ άλλων με τους νόμους 5045/2023 και 5163/2024.Ακόμη η Ολομέλεια απέρριψε το επιχείρημα περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων σε σχέση με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα με την απόφαση, οι δημόσιοι υπάλληλοι τελούν, λόγω του ιδιαίτερου συνταγματικού και υπηρεσιακού καθεστώτος που διέπει την εργασία τους, υπό διαφορετικές συνθήκες από τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Κατά συνέπεια, η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, παραβίαση της αρχής της ισότητας. Ως πρόσθετο διαφοροποιητικό στοιχείο το ΣτΕ αναφέρει τις άμεσες και δυνητικά σημαντικές επιπτώσεις που έχει η διάρθρωση και το ύψος των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων στη δημοσιονομική κατάσταση των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης και, κατ’ επέκταση, στη δημοσιονομική ευστάθεια του κράτους. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο ζήτημα διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών της Ολομέλειας, τα οποία είχαν διαφορετική άποψη ως προς την παράβαση της αρχής της ισότητας.Στη συνέχεια, έχοντας υπόψη του στοιχεία για τη δημοσιονομική πορεία της Χώρας μετά το έτος 2018 και τις συναφείς υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα στο πλαίσιο του λεγόμενου «Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης», καθώς και σε στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το «όριο φτώχειας», το Συμβούλιο της Επικρατείας προχώρησε σε επισκόπηση της πορείας των ρυθμίσεων του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον (ισχύοντα και σήμερα, σχετικό) ν. 4354/2015 και της εκτιμώμενης πρόσθετης, πάγιας, ετήσιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσαν όχι μόνον οι κατά καιρούς γενικές ρυθμίσεις, αλλά και παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για ειδικές κατηγορίες ή καταστάσεις καθ’ όλο αυτό το διάστημα. Έλαβε υπόψη την τάξη μεγέθους των εθνικά χρηματοδοτουμένων, καθαρών πρωτογενών δαπανών (όπου υπάγεται η μισθοδοσία, αλλά και δημόσιες επενδύσεις, οι δαπάνες για συντάξεις κ. ά.). Έκρινε, περαιτέρω, ότι η ρύθμιση του γενικού μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, καθώς και οι παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της πρόσφατης περιόδου αποτελούν μίαν επί μέρους πτυχή συνόλου πολιτικών οι οποίες ιεραρχούνται (με τρόπο ο οποίος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο) και αποτιμώνται στα κατά καιρούς ισχύσαντα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, ενώ η προκαλούμενη από αυτές επιβάρυνση κινείται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων. Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Οικονομία Archives – Φωνή Μαλεβιζίου .
