
Οι συνέπειες από τη μεγάλη αύξηση του κόστους των καυσίμων αρχίζουν ήδη να γίνονται αισθητές στην ακτοπλοΐα, ασκώντας έντονη πίεση στις εταιρείες του κλάδου.
Εφόσον οι τιμές των καυσίμων διατηρηθούν στα σημερινά επίπεδα, στελέχη της αγοράς δεν αποκλείουν να υπάρξουν και νέες προσαρμογές στο πρόγραμμα δρομολογίων τους επόμενους μήνες. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο, καθώς οποιαδήποτε μείωση της ακτοπλοϊκής δραστηριότητας πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την ανάγκη τα νησιά να διατηρούν επαρκή σύνδεση με την ηπειρωτική χώρα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Μάλιστα, αυτές οι εξελίξεις φέρνουν ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα που συζητείται εδώ και καιρό στην ακτοπλοϊκή αγορά: τον βαθμό ευελιξίας που έχουν οι εταιρείες όταν αποφασίζουν να δρομολογήσουν ένα συμβατικό πλοίο. Με το ισχύον σύστημα, η δρομολόγηση συνεπάγεται κατά κανόνα δέσμευση για δωδεκάμηνη περίοδο, γεγονός που παράγοντες του κλάδου θεωρούν ότι δεν ανταποκρίνεται πάντα στις μεγάλες εποχικές διακυμάνσεις της ελληνικής αγοράς. Η λογική που αναπτύσσεται από την πλευρά των εταιρειών είναι ότι η πολύ μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη θερινή και τη χειμερινή ζήτηση απαιτεί μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα. Ένα πλοίο που μπορεί να είναι απολύτως απαραίτητο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο ενδέχεται να εκτελεί για αρκετούς μήνες δρομολόγια με πολύ μικρότερη κίνηση και υψηλό λειτουργικό κόστος.
Υπό αυτό το πρίσμα εξετάζεται τώρα η δυνατότητα ενός πιο ευέλικτου συστήματος, με μικρότερες περιόδους δρομολόγησης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι υποστηρικτές μιας τέτοιας αλλαγής επισημαίνουν ότι η υποχρέωση μιας εταιρείας να κρατήσει ένα πλοίο σε μια γραμμή για ολόκληρο τον χρόνο μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να λειτουργήσει αποτρεπτικά ακόμη και για την αρχική απόφαση δρομολόγησής του. Στη συζήτηση έχουν μπει και άλλες επιλογές. Μεταξύ αυτών είναι η δυνατότητα περιορισμού της συχνότητας ορισμένων επιβατηγών-οχηματαγωγών δρομολογίων κατά τους μήνες πολύ χαμηλής ζήτησης και η αξιοποίηση πλοίων ro-ro για μέρος των εμπορευματικών μεταφορών, ώστε τα μεγαλύτερα συμβατικά πλοία να μη χρειάζεται να εκτελούν ταξίδια κυρίως για τη μεταφορά φορτηγών και εμπορευμάτων.
Το πρόβλημα για την ακτοπλοΐα είναι ότι τα περιθώρια αντίδρασης σε μια απότομη αύξηση της τιμής των καυσίμων είναι περιορισμένα. Στις αερομεταφορές, για παράδειγμα, μια εταιρεία μπορεί να περιορίσει τη χωρητικότητα σε μια πτήση (βάζοντας π.χ. ένα μικρότερο αεροσκάφος να εκτελέσει την πτήση) ή να αναπροσαρμόσει σχετικά γρήγορα τις τιμές της. Στη θάλασσα η κατάσταση είναι διαφορετική, καθώς ένα μεγάλο επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο δεν μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί από ένα μικρότερο κάθε φορά που μειώνεται η κίνηση. Οι ακτοπλοϊκές εταιρείες, παράλληλα, δεν έχουν προχωρήσει σε γενικευμένες αυξήσεις των ναύλων κατά την τελευταία διετία, έπειτα και από τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει από το Υπουργείο Ναυτιλίας. Η κυβέρνηση έχει επίσης προχωρήσει στην κάλυψη από τον κρατικό προϋπολογισμό του κόστους των υποχρεωτικών εκπτώσεων που παρέχονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, μεταφέροντας ένα μέρος της οικονομικής επιβάρυνσης που μέχρι πρότινος αναλάμβαναν οι ίδιες οι εταιρείες. Ακόμη και αυτή η παρέμβαση, ωστόσο, δεν εξουδετερώνει την πίεση από μια σχεδόν διπλάσια τιμή καυσίμου μέσα σε λίγους μήνες.
