
Η εξαφάνιση δύο διαδοχικών CEOs μέσα σε τέσσερα χρόνια φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη σκοτεινή υπόθεση της Zondacrypto, ενός από τα μεγαλύτερα ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η πλατφόρμα κατέρρευσε, πάγωσε τις αναλήψεις πελατών και βρίσκεται πλέον υπό έρευνα στις πολωνικές αρχές.
Ο ιδρυτής της εταιρείας, Σύλβεστερ Σούσεκ, αγνοείται από το 2022 και θεωρείται πιθανό να έχει δολοφονηθεί, ενώ τον Απρίλιο εξαφανίστηκε και ο δικηγόρος που τον διαδέχθηκε, Πρζέμισλαβ Κραλ.
Η Zondacrypto, που ξεκίνησε το 2014 στην Πολωνία ως BitBay, είχε εξελιχθεί σε μεγάλο ανταλλακτήριο με περίπου 1,3 εκατ. πελάτες, κυρίως στην Πολωνία και φέρεται να διαχειριζόταν περιουσιακά στοιχεία εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Τον Απρίλιο η ιστοσελίδα της τέθηκε εκτός λειτουργίας, παγώνοντας αναλήψεις και συναλλαγές, ενώ το ψηφιακό νόμισμα ZND έχασε περισσότερο από 99,9% της αξίας του. Στις 29 Ιουνίου, η εσθονική υπηρεσία χρηματοοικονομικών πληροφοριών ανακάλεσε την άδεια της μητρικής εταιρείας.
Ο Κραλ, λίγο πριν εξαφανιστεί, προσπάθησε να καθησυχάσει τους πελάτες υποστηρίζοντας ότι η Zondacrypto διέθετε περίπου 4.500 Bitcoin, αξίας άνω των 330 εκατ. δολαρίων, αλλά δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει επειδή τα ψηφιακά κλειδιά για την πρόσβαση στο πορτοφόλι τα είχε μόνο ο Σούσεκ. Ο ισχυρισμός προκάλεσε άμεσα αμφιβολίες στην αγορά, καθώς το συγκεκριμένο ψηφιακό πορτοφόλι εμφανιζόταν ανενεργό επί σχεδόν μία δεκαετία. Οι πολωνικές αρχές έχουν πλέον ανοίξει έρευνα για τις συνθήκες ίδρυσης και λειτουργίας της εταιρείας.
Από «βασιλιάς των crypto», αγνοούμενος
Ο Σούσεκ, γιος ανθρακωρύχου από την Κατοβίτσε, είχε παρουσιαστεί από τα πολωνικά μέσα ως παράδειγμα ανθρώπου που δημιούργησε μεγάλη περιουσία μέσα σε λίγα χρόνια από τα κρυπτονομίσματα. Ζούσε μεταξύ Κατοβίτσε και Βαρσοβίας, διέθετε πολυτελές διαμέρισμα σε ουρανοξύστη, ακριβά αυτοκίνητα και ελικόπτερο που πιλοτάριζε ο ίδιος. Το 2018 το πολωνικό Forbes τον είχε χαρακτηρίσει χαρακτηριστικό παράδειγμα του πλούτου που μπορούσε να δημιουργηθεί από τα ψηφιακά νομίσματα.
Την ίδια χρονιά, όμως, οι πολωνικές αρχές άρχισαν να εξετάζουν τις δραστηριότητες της εταιρείας και ο Σούσεκ αναζήτησε νέα έδρα. Μετά από προσπάθειες στη Μάλτα, επέλεξε την Εσθονία, η οποία τότε προσπαθούσε να αναδειχθεί σε ευρωπαϊκό κέντρο ψηφιακών επιχειρήσεων. Το 2020 η εταιρεία καταχωρίστηκε ως BB Trade Estonia, ακολουθώντας εκατοντάδες άλλες επιχειρήσεις κρυπτονομισμάτων που είχαν μεταφερθεί στη χώρα.
Την ίδια περίοδο, όμως, η Εσθονία άρχισε να ανησυχεί για την ποιότητα του ελέγχου στον κλάδο. Έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας για το 2021 διαπίστωνε ότι σχεδόν τρεις στις τέσσερις εταιρείες κρυπτονομισμάτων δεν είχαν υποβάλει ούτε μία αναφορά ύποπτης συναλλαγής, παρά τον τεράστιο όγκο συναλλαγών και τους γνωστούς κινδύνους χρήσης των crypto για ξέπλυμα χρήματος και φοροδιαφυγή. Η BitBay περιλαμβανόταν μεταξύ των εταιρειών που δεν είχαν υποβάλει τέτοια αναφορά.
Η εταιρεία είχε εγκατασταθεί σε ένα μικρό γραφείο σε υποβαθμισμένη επιχειρηματική περιοχή έξω από το Ταλίν, πάνω από κατάστημα ειδών κουζίνας και δίπλα σε ένα “νυχάδικο”. Σε πρόσφατη επίσκεψη, το γραμματοκιβώτιό της ήταν γεμάτο επιστολές μηνών, ενώ εργαζόμενοι γειτονικών επιχειρήσεων δήλωσαν ότι δεν είχαν δει ανθρώπους να μπαίνουν στα γραφεία. Η εικόνα ερχόταν σε έντονη αντίθεση με την εταιρική εικόνα μιας επιχείρησης που δήλωνε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία.
Εξαφάνιση του ιδρυτή, του διαδόχου του και… άλλων
Λίγο πριν εξαφανιστεί ο Σούσεκ, η συμπεριφορά του είχε αλλάξει. Σύμφωνα με την αδελφή του, είχε γίνει ιδιαίτερα φοβισμένος για την ασφάλειά του, μετά την επίθεση με τσεκούρι στη Ferrari του στην Κατοβίτσε. Ο ίδιος θεωρούσε υπεύθυνο έναν παλιό συνεργάτη του, τον οποίο συνέδεε με εγκληματικά στοιχεία της πόλης. Για ένα διάστημα μετακόμισε με την οικογένειά του στη Ζυρίχη, αλλά επέστρεψε στην Πολωνία.
Τον Μάρτιο του 2022 εξαφανίστηκε μετά από συνάντηση σε πρατήριο καυσίμων κοντά στην Κατοβίτσε. Το σήμα των δύο κινητών τηλεφώνων του εντοπίστηκε για τελευταία φορά εκεί, ενώ είχε μεταβεί με την Porsche του για να συναντήσει στενό φίλο και επιχειρηματικό συνεργάτη, Μάριαν Βσόλεκ. Ο τελευταίος κατηγορήθηκε αργότερα από τις πολωνικές εισαγγελικές αρχές για συμμετοχή σε οργανωμένο έγκλημα, μεγάλης κλίμακας φορολογική απάτη και ξέπλυμα χρήματος, καθώς και για παράνομη στέρηση ελευθερίας σε σχέση με την εξαφάνιση του Σούσεκ. Μετά την απαγγελία των κατηγοριών εξαφανίστηκε και ο ίδιος.
Μηνύματα που φέρεται να έστειλε ο Σούσεκ στην αδελφή του μετά την εξαφάνισή του ανέφεραν απειλές βασανισμού και απαίτηση να επιστρέψει χρήματα που φέρεται να χρωστούσε. Σε άλλο μήνυμα, οι υποτιθέμενοι απαγωγείς προειδοποιούσαν την οικογένεια ότι θα ζούσε «μια ζωή με φόβο» αν δεν πλήρωνε. Το σώμα του δεν έχει βρεθεί ποτέ.
Η κατάρρευση της Zondacrypto
Μετά την εξαφάνιση του ιδρυτή, τον έλεγχο της εταιρείας ανέλαβε ο Κραλ, δικηγόρος και στενός συνεργάτης του, που ζούσε στο Μονακό. Παρά τις ερωτήσεις ελεγκτών στην Εσθονία σχετικά με το κατά πόσο τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας ανταποκρίνονταν σε όσα εμφανίζονταν στις οικονομικές καταστάσεις, η Zondacrypto επένδυσε επιθετικά στο μάρκετινγκ. Χορηγούσε ποδοσφαιρικούς συλλόγους σε Πολωνία, Ιταλία και Εσθονία, την Πολωνική Ολυμπιακή Επιτροπή και ιδρύματα που συνδέονταν με Πολωνούς πολιτικούς, ιδιαίτερα εθνικιστές και φιλελεύθερους.
Η εταιρεία συμμετείχε επίσης στη χρηματοδότηση εκδήλωσης της Conservative Political Action Conference στην Πολωνία, μέσω δεξιού τηλεοπτικού σταθμού, ενισχύοντας την εικόνα της ως εταιρείας με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις. Όταν οι πρώτες καταγγελίες πελατών για καθυστερήσεις στις πληρωμές εμφανίστηκαν τον Δεκέμβριο, ο Κραλ υποστήριξε ότι επρόκειτο για προσωρινό τεχνικό πρόβλημα. Τον Ιανουάριο εμφανίστηκε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός και παρουσίασε τα κρυπτονομίσματα ως πλέον «όλο και πιο mainstream».
Καθώς οι καθυστερήσεις συνεχίζονταν, οι αναλήψεις τελικά πάγωσαν. Ο Κραλ άρχισε να απειλεί δημοσιογράφους που ερευνούσαν την υπόθεση, ενώ ένας ερευνητής δημοσιογράφος κατήγγειλε ότι έλαβε μήνυμα που περιείχε ακόμη και λεπτομέρειες για το προσωπικό ιατρικό ιστορικό του. Τον Απρίλιο, ο πανικός των πελατών κορυφώθηκε και η Zondacrypto σταμάτησε όλες τις αναλήψεις.
Η υπόθεση έχει πλέον αποκτήσει και πολιτική διάσταση. Ο πρωθυπουργός της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, έχει κατηγορήσει τη Zondacrypto για διασυνδέσεις με τις ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών, το οργανωμένο έγκλημα και πολιτικούς της δεξιάς, ενώ η εταιρεία έχει βρεθεί στο επίκεντρο συζητήσεων στο πολωνικό Κοινοβούλιο και στα μέσα ενημέρωσης. Αυτό που παραμένει αδιευκρίνιστο είναι αν πρόκειται για μια εταιρεία που κατέρρευσε εξαιτίας κακών επιλογών στην αγορά crypto ή για ένα σχήμα που εξαρχής χρησιμοποιήθηκε για παράνομες δραστηριότητες και ξέπλυμα χρήματος.
Η εξαφάνιση του δεύτερου επικεφαλής κάνει την υπόθεση ακόμη πιο σκοτεινή. Ο Κραλ δεν έχει εμφανιστεί εδώ και τέσσερις μήνες, ενώ έχουν αναφερθεί ανεπιβεβαίωτες θεάσεις του σε Ισραήλ, Μποτσουάνα και Ντουμπάι. Για τους πελάτες που παραμένουν αποκλεισμένοι από τα κεφάλαιά τους, η Zondacrypto έχει μετατραπεί από ένα από τα μεγαλύτερα ανταλλακτήρια της περιοχής σε σύμβολο των κινδύνων που εξακολουθούν να συνοδεύουν την αγορά κρυπτονομισμάτων: αδιαφανείς εταιρικές δομές, ανεπαρκής εποπτεία, πολιτικές διασυνδέσεις και τεράστια ποσά που μπορούν να μετακινηθούν χωρίς το επίπεδο ελέγχου που ισχύει στο παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
