
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υποβάθμισε ελαφρώς χθες, Τετάρτη 9 Ιουλίου, τις φετινές προβλέψεις του για την παγκόσμια οικονομία, αφορμώμενο από τους κλυδωνισμούς που προκάλεσε στην αγορά ενέργειας ο πόλεμος στο Ιράν. Ωστόσο, οι επιπτώσεις της σύγκρουσης αντισταθμίζονται εν μέρει από τη ραγδαία αύξηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και σε άλλες τεχνολογίες.
Το ΔΝΤ προβλέπει πλέον ότι η παγκόσμια οικονομία θα σημειώσει μια μάλλον υποτονική ανάπτυξη 3% το 2026, από 3,5% πέρυσι και από το 3,1% που είχε προβλέψει για φέτος τον περασμένο Απρίλιο. Ωστόσο, αναμένει ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα ανακάμψει στο 3,4% το επόμενο έτος.
Υπενθυμίζεται ότι το Ιράν αντέδρασε, κλείνοντας τα Στενά του Ορμούζ, σε επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου, από το οποίο διέρχεται το ένα πέμπτο του παγκόσμιου αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι τιμές της ενέργειας εκτοξεύτηκαν, ασκώντας πίεση στις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Το ΔΝΤ προβλέπει πλέον ότι οι τιμές του πετρελαίου θα αυξηθούν κατά σχεδόν 32% φέτος και ότι οι τιμές καταναλωτικών αγαθών παγκοσμίως συνολικά θα αυξηθούν κατά 4,7% το 2026, έναντι 4,1% το 2025, κάτι που θα σημάνει το τέλος μίας διετούς προσπάθειας για καταπολέμηση του πληθωρισμού.
Οι προβλέψεις του ΔΝΤ βασίζονται στην υπόθεση ότι τα Στενά του Ορμούζ θα ανοίξουν ξανά αργότερα αυτό το μήνα Βασίζονται επίσης στην υπόθεση ότι το εμπόριο μέσω των Στενών θα επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα μέχρι τον επόμενο Μάρτιο.
Φυσικά, όλα είναι ανοικτά, αφού, μετά τις δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ χθες, Τετάρτη 8 Ιουλίου, ότι η εκεχειρία με το Ιράν έχει λήξει, οι επιθέσεις προς το Ιράν ξεκίνησαν και παλι, φέρνοντας και πάλι την κατάσταση σε αδιέξοδο.
«Η παγκόσμια οικονομία διαχειρίστηκε τους κλυδωνισμούς του πολέμου καλύτερα από ό,τι φοβόταν», δήλωσε την Τετάρτη στους δημοσιογράφους η Πέτια Κοέβα Μπρουκς, αναπληρώτρια διευθύντρια του ερευνητικού τμήματος του ΔΝΤ. Η οικονομική ζημία περιορίστηκε εν μέρει επειδή οι χώρες μπόρεσαν να αξιοποιήσουν τα υπάρχοντα αποθέματα πετρελαίου και επειδή οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες εκτός του Περσικού Κόλπου αύξησαν την παραγωγή τους.
Πάντα σύμφωνα με το Ταμείο, οι χώρες που παράγουν και εξάγουν τη δική τους ενέργεια, αλλά και αυτές και που επωφελούνται από επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη προστατεύονται από τις οικονομικές ζημίες του πολέμου. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το ΔΝΤ αναμένει ότι η αμερικανική οικονομία — η μεγαλύτερη στον κόσμο — θα σημειώσει σταθερή ανάπτυξη 2,3% φέτος, από 2,1% το 2025, αριθμός που παραμένει αμετάβλητος σε σχέση με τις προβλέψεις του Απριλίου. Οι φορολογικές περικοπές του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για το 2025, η σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας και η ισχυρή χρηματιστηριακή αγορά δίνουν επίσης ώθηση στην αμερικανική οικονομία.
Αντίθετα, οι 21 ευρωπαϊκές χώρες της Ευρωζώνης, που έχουν πληγεί σοβαρά από τις υψηλότερες τιμές της ενέργειας, προβλέπεται συνολικά να σημειώσουν ανάπτυξη μόλις 0,9% φέτος, σε σύγκριση με 1,4% το 2025.
Η Κίνα, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 4,6% φέτος, σημειώνοντας πτώση από το 5% του 2025, αλλά με ρυθμό ελαφρώς ταχύτερο από ό,τι είχε προβλέψει το ΔΝΤ τον Απρίλιο. Επιβαρυμένη από τις υψηλότερες τιμές της ενέργειας και την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων, η κινεζική οικονομία αντλεί αντισταθμιστική στήριξη από τις δαπάνες για δημόσια έργα, την άνοδο της μεταποίησης υψηλής τεχνολογίας και τις ραγδαία αυξανόμενες εξαγωγές.
Η Ινδία προβλέπεται για άλλη μια φορά να είναι η ταχύτερα αναπτυσσόμενη μεγάλη οικονομία του κόσμου, με ρυθμό ανάπτυξης 6,4% (κάτι που συνιστά μείωση από το εντυπωσιακό 7,7% του περασμένου έτους), χάρη στις ισχυρές καταναλωτικές δαπάνες.



