
Παρά τη νομοθεσία για ίση αμοιβή και τη σταδιακή αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το χάσμα αμοιβών παραμένει σταθερό – και σε ορισμένους κλάδους βαθιά άνισο.
Το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν αποτελεί μια αφηρημένη έννοια ισότητας, αλλά μια μετρήσιμη οικονομική ανισότητα με άμεσες συνέπειες στο εισόδημα, την επαγγελματική εξέλιξη και, τελικά, τη ζωή των γυναικών. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για την περίοδο 2022 – 2024, οι γυναίκες στην Ελλάδα αμείβονται κατά μέσο όρο 13,4% λιγότερο από τους άνδρες, με βάση τις ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές. Το ποσοστό αυτό παραμένει σχεδόν αμετάβλητο τα τελευταία χρόνια, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ανισότητα δεν είναι παροδική αλλά δομική.
Τι μετρά πραγματικά το χάσμα αμοιβών
Το Gender Pay Gap, όπως ορίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτυπώνει τη διαφορά στις μέσες ακαθάριστες ωριαίες αποδοχές ανδρών και γυναικών ως ποσοστό των αποδοχών των ανδρών. Πρόκειται για μη προσαρμοσμένο δείκτη, που δεν συγκρίνει ίδιες θέσεις εργασίας, αλλά τη συνολική εικόνα της αγοράς εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι στο χάσμα αποτυπώνονται και βαθύτερες ανισότητες: ο επαγγελματικός διαχωρισμός, οι διακοπές καριέρας λόγω φροντίδας, η υποεκπροσώπηση των γυναικών σε θέσεις ευθύνης.
Με άλλα λόγια, το μισθολογικό χάσμα δεν μετρά απλώς «άδικους μισθούς», αλλά το αποτέλεσμα ενός συστήματος που εξακολουθεί να ανταμείβει διαφορετικά τα φύλα.
Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη ανισότητα
Η ανάλυση ανά τομέα οικονομικής δραστηριότητας αποκαλύπτει ότι η ανισότητα δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Το μεγαλύτερο χάσμα αμοιβών εντοπίζεται στον κλάδο Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, όπου το 2024 οι γυναίκες αμείβονταν κατά 25,3% λιγότερο από τους άνδρες. Ακολουθούν οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (19,0%) και το χονδρικό και λιανικό εμπόριο (20,1%).
Οι κλάδοι αυτοί έχουν δύο κοινά χαρακτηριστικά: σχετικά υψηλές αμοιβές και έντονη ανδροκρατία στις ανώτερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις. Η εικόνα αυτή ενισχύει τα ευρήματα διεθνών ερευνών, σύμφωνα με τις οποίες το χάσμα μεγαλώνει όσο αυξάνεται το επίπεδο ευθύνης και μισθού.
Στον αντίποδα, μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο τομέας Παροχής Νερού και Διαχείρισης Αποβλήτων, όπου το χάσμα εμφανίζεται αρνητικό, δηλαδή οι γυναίκες έχουν ελαφρώς υψηλότερες αποδοχές από τους άνδρες. Πρόκειται, ωστόσο, για μεμονωμένο φαινόμενο που δεν ανατρέπει τη συνολική εικόνα.
Η ηλικία ως καθοριστικός παράγοντας
Το χάσμα αμοιβών διευρύνεται όσο αυξάνεται η ηλικία. Στις ηλικίες κάτω των 25 ετών, οι γυναίκες εμφανίζουν ελαφρώς υψηλότερες αποδοχές από τους άνδρες, γεγονός που συχνά αποδίδεται στην καλύτερη εκπαιδευτική τους επίδοση. Όμως, από την ηλικιακή ομάδα 25–34 ετών, το χάσμα γίνεται θετικό και αυξάνεται σταθερά.
Στις ηλικίες 35–44 το χάσμα φτάνει το 11,9%, ενώ στις 55–64 αγγίζει το 16,4%. Στην ομάδα 65+, η διαφορά ξεπερνά το 21%. Η χρονική αυτή σύμπτωση με τα χρόνια δημιουργίας οικογένειας δεν θεωρείται τυχαία. Η μητρότητα, οι άτυπες υποχρεώσεις φροντίδας και οι διακοπές καριέρας εξακολουθούν να επιβαρύνουν δυσανάλογα τις γυναίκες.
Όταν η ανισότητα συσσωρεύεται
Το μισθολογικό χάσμα δεν αφορά μόνο το παρόν εισόδημα. Μεταφράζεται σε χαμηλότερες συντάξεις, μικρότερη οικονομική ασφάλεια και αυξημένο κίνδυνο φτώχειας σε μεγαλύτερη ηλικία. Σύμφωνα με ευρωπαϊκές μελέτες, οι γυναίκες στην ΕΕ λαμβάνουν κατά μέσο όρο περίπου 30% χαμηλότερες συντάξεις από τους άνδρες — μια ανισότητα που ξεκινά από τον μισθό και πολλαπλασιάζεται με τον χρόνο.
Στην ελληνική περίπτωση, όπου το κοινωνικό κράτος παραμένει περιορισμένο και η οικογένεια καλείται να καλύψει κενά φροντίδας, οι επιπτώσεις αυτές γίνονται ακόμη πιο έντονες.
Γιατί το χάσμα επιμένει
Παρά τη θεσμική κατοχύρωση της ίσης αμοιβής, το χάσμα αμοιβών στην Ελλάδα παραμένει σχεδόν αμετάβλητο. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα βασικά αίτια δεν είναι μόνο νομικά αλλά δομικά: ο επαγγελματικός διαχωρισμός, η υποεκπροσώπηση των γυναικών σε θέσεις λήψης αποφάσεων, η έλλειψη διαφάνειας στους μισθούς και η άνιση κατανομή της απλήρωτης εργασίας φροντίδας.
Η πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία για τη διαφάνεια στις αμοιβές, που προβλέπει υποχρεωτική ενημέρωση και συγκρίσιμα μισθολογικά στοιχεία, θεωρείται ένα πρώτο βήμα. Ωστόσο, χωρίς ουσιαστικές πολιτικές στήριξης της γυναικείας απασχόλησης και της ισότιμης φροντίδας, το χάσμα δύσκολα θα κλείσει.
Ένα ζήτημα οικονομικής δικαιοσύνης
Το μισθολογικό χάσμα δεν είναι απλώς θέμα ισότητας φύλων, είναι ζήτημα οικονομικής δικαιοσύνης και βιωσιμότητας. Σε μια χώρα με χαμηλούς μισθούς και δημογραφική πίεση, η πλήρης αξιοποίηση του γυναικείου εργατικού δυναμικού δεν αποτελεί κοινωνική πολυτέλεια αλλά αναπτυξιακή ανάγκη.
Τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ξεκάθαρα ότι η ανισότητα δεν μειώνεται από μόνη της. Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι αν υπάρχει μισθολογικό χάσμα στην Ελλάδα, αλλά πόσο ακόμη θα θεωρείται αποδεκτό ως «κανονικότητα».


