
Το 2026 και μάλιστα με την είσοδό του, η συζήτηση για την εισαγωγή του ψηφιακού Ευρώ, ξεκινάει με πρωτο σταθμό το Ευρωκοινοβούλιο. Η αλήθεια όμως είναι ότι η συζήτηση αυτή έχει αλλάξει ριζικά ως προς το περιεχόμενό της μετά τη «ρήξη» στις διατλαντικές (ΗΠΑ – ΕΕ) σχέσεις το 2025 και την πολιτική Τράμπ.
Ενώ δηλαδή η ΕΚΤ σχεδιάζει ένα νέο ψηφιακό εργαλείο, οι κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως συσσωρεύουν χρυσό με πρωτοφανείς ρυθμούς, αμφισβητώντας έμπρακτα τη μακροπρόθεσμη αξιοπιστία των ίδιων των νομισμάτων που εκδίδουν. Άλλωστε η περιβόητη τάση από-δολαριοποίησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ενίσχυση του ευρώ. Το αντίθετο συχνά συνοδεύεται από μια παράλληλη «από – Ευρωποίηση».
Για τους λόγους αυτούς, μετά το 2025, το ψηφιακό ευρώ δεν είναι πλέον ένα «όραμα προόδου» από πλευράς ΕΚΤ, αλλά στην πραγματικότητα ένα εργαλείο… άμυνας. Κάτι δηλαδή που να μπορεί να μειώσει την εξάρτηση της Ευρώπης από τις αμερικανικές υποδομές πληρωμών και να προσφέρει στην ΕΚΤ μεγαλύτερο «έλεγχο» στο ψηφιακό χρήμα.
Δεν μπορεί, όμως, να αποκαταστήσει την χαμένη εμπιστοσύνη σε ένα νομισματικό σύστημα που στηρίζεται σε υπερχρεωμένα κράτη και διαρκείς πληθωριστικές πιέσεις. Στην ουσία, το ψηφιακό ευρώ δεν λύνει αυτό το πρόβλημα και δεν απαντάει σ’ αυτή την κρίση. Απλώς ίσως αγοράζει λίγο χρόνο, σε μια μετωπική ρήξη, που η Ευρώπη δεν είναι σε θέση να ελέγχει…


