
Πολλαπλές σημαντικές επιπτώσεις τόσο στους πολίτες όσο και στην ελληνική οικονομία, δύναται να προκληθούν από την απόφαση του Αρείου Πάγου για τον «νόμο Κατσέλη», που έκρινε ότι ο τόκος στις ρυθμίσεις του νόμου υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνόλου του κεφαλαίου.
* Ποιες κατηγορίες δανείων και ποιο στάδιο ρυθμίσεων καταλαμβάνει,
* Κατά πόσο επηρεάζει ήδη εκτελούμενες δικαστικές ρυθμίσεις ή μόνο εκκρεμείς υποθέσεις.
Η οριοθέτηση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς θα καθορίσει το πραγματικό εύρος των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών επιπτώσεων και τις ανάλογες κινήσεις από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Σημειώνεται ότι η προστασία της πρώτης κατοικίας θεσπίστηκε το 2010 με τον ν. 3869/2010 («νόμος Κατσέλη»), στην έναρξη της κρίσης, με αρχική ημερομηνία λήξης την 31/12/2018. Η προστασία τερματίστηκε οριστικά τον Φεβρουάριο 2019.
Ο νόμος, όπως εφαρμόστηκε, εμφάνισε, σύμφωνα με τραπεζικούς παράγοντες, σημαντικές αδυναμίες:
* Δεν προέβλεπε άρση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η αντικειμενική αξιολόγηση για το ποιος χρήζει προστασίας.
* Παρείχε αναστολή καταδιωκτικών μέτρων από την κατάθεση της αίτησης έως την εκδίκαση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις εκτεινόταν πέραν της δεκαετίας λόγω καθυστερήσεων.
* Κατά το διάστημα αυτό, οι οφειλέτες κατέβαλλαν πολύ χαμηλές προσωρινές δόσεις, πληρώνοντας περιορισμένο μέρος της συνολικής οφειλής.
Το περίπου 43% των αιτήσεων απορρίφθηκαν από τα δικαστήρια, κυρίως λόγω κρίσης περί «δολιότητας», δηλαδή ότι κατά τη λήψη του δανείου δεν υπήρχε πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής.
Για όσους εντάχθηκαν επιτυχώς:
* Προβλεπόταν διάσωση της πρώτης κατοικίας με αποπληρωμή έως το 80% της αντικειμενικής αξίας, σε 20- 35 έτη με έντοκες δόσεις.
* Σε περίπτωση ύπαρξης δευτερεύουσας κατοικίας, προβλεπόταν εκποίηση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις δεν υλοποιήθηκε στην πράξη για πρακτικούς λόγους.
Με βάση τα στοιχεία της ΤτΕ, έως το τέλος του 2024:
* Περίπου 195.000 δανειολήπτες έχουν ενταχθεί στον «νόμο Κατσέλη».
* Τα δάνεια ανέρχονται συνολικά σε περίπου 6,1 δισ. ευρώ.
* Από αυτά, περίπου 5,4 δισ. ευρώ (140.000 δανειολήπτες) βρίσκονται σε τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής», ενώ τα υπόλοιπα παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών.
