
Με «αιχμή του δόρατος» το ταχίνι και βασικό εξαγωγικό προορισμό τις ΗΠΑ, η ελληνική βιομηχανία Αφοί Χαΐτογλου (Μακεδονικός Χαλβάς) έχει καταφέρει να εδραιώσει μια ισχυρή διεθνή παρουσία αντλώντας πάνω από το 50% των εσόδων της από ξένες αγορές. Τα προϊόντα της σήμερα εξάγονται σε 52 χώρες και το 2025 η εταιρεία πέτυχε νέο ιστορικό ρεκόρ εξαγωγών με τις πωλήσεις να φτάνουν στα 52 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 52% του συνολικού τζίρου της.
Ειδικότερα, πάνω από το 50% του κύκλου εργασιών της, που διαμορφώθηκε στα 103,5 εκατ. ευρώ με αύξηση 3,5% έναντι του 2024 (ελαφρώς χαμηλότερα από τον αρχικό στόχο των 104-105 εκατ. ευρώ), προέρχεται από τις εξαγωγές. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Λευτέρης Χαΐτογλου, marketing director της εταιρείας, το ζητούμενο δεν είναι ο απόλυτος αριθμός. «Δεν μας ενδιαφέρει ο τζίρος για τον τζίρο», σημειώνει, δίνοντας έμφαση στη διαμόρφωση ενός υγιούς και αποδοτικού χαρτοφυλακίου μέσα από στρατηγικές συνεργασίες. Ο βασικός μοχλός ανάπτυξης παραμένουν οι εξαγωγές. Πέρυσι αντιπροσώπευσαν στο 52,7% του συνολικού κύκλου εργασιών, από περίπου 40% πριν από λίγα χρόνια. Πρόκειται για την πέμπτη ή έκτη διαδοχική χρονιά ανόδου και νέου ρεκόρ, λέει ο κ. Χαΐτογλου.
Η εταιρεία δραστηριοποιείται πλέον σε 59 χώρες, με βασικές αγορές τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά, τη Γερμανία και την Πολωνία ενώ έπονται η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα. Παρά τη διεθνή παρουσία, δεν εξετάζεται παραγωγική μονάδα εκτός Ελλάδας.
Σήμερα η βορειοελλαδίτικη βιομηχανία διαθέτει χαρτοφυλάκιο περίπου 2.500 κωδικών, με το ταχίνι να παραμένει η αιχμή του δόρατος και τον χαλβά να ακολουθεί. Στην ελληνική αγορά το ταχίνι καταγράφει σταθερή ανάπτυξη 3%-4% σε όγκο, το φυστικοβούτυρο, εμφανίζει μεγαλύτερη ανάπτυξη ενώ ο χαλβάς διατηρεί τη δυναμική του με την κατηγορία να αποτιμάται στα 45-50 εκατ. ευρώ. Στις μαρμελάδες, η εταιρεία, κατά δήλωση της διοίκησής της καταγράφει ενισχυμένη διεθνή δραστηριότητα, με νέες συνεργασίες σε ΗΠΑ και Καναδά, ενώ το σουσάμι και τα προϊόντα του, συμπεριλαμβανομένου του παστελιού, αντιστοιχούν στο 7-8% του τζίρου.
Σε επίπεδο επενδύσεων τη διετία 2024-2025 επενδύθηκαν 3,6 εκατ. ευρώ, με το ετήσιο πλάνο να παραμένει κάτω από τα 2 εκατ. ευρώ, εστιάζοντας σε αυτοματοποίηση και ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας.


