
Σε αρνητικό έδαφος κινούνται οι χρηματιστηριακές αγορές της Νέας Υόρκης την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, με τον S&P 500 να οδεύει προς την πρώτη πτωτική συνεδρίαση έπειτα από τρεις συνεχόμενες ημέρες ανόδου.
Στα πρώτα λεπτά των συναλλαγών, ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχωρούσε κατά 0,3%, στις 52.305 μονάδες, ενώ ο S&P 500 έχανε 0,4%, στις 7.713 μονάδες. Μεγαλύτερες πιέσεις δεχόταν ο τεχνολογικός Nasdaq, ο οποίος κατέγραφε απώλειες 1,5%, υποχωρώντας στις 26.160 μονάδες.
Στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων βρίσκεται η μητρική της Google, Alphabet, με τη μετοχή της να υποχωρεί περίπου 13%, μετά την ανακοίνωση αποτελεσμάτων τρίτου τριμήνου που απογοήτευσαν τις αγορές. Η κολοσσιαία εταιρεία δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των αναλυτών για τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή και τα έσοδα, ενώ κατέγραψε αρνητικές ελεύθερες ταμειακές ροές ύψους 9,07 δισ. δολαρίων. Παράλληλα, διατήρησε την πρόβλεψή της για ετήσιες κεφαλαιουχικές δαπάνες μεταξύ 195 και 205 δισ. δολαρίων, εντείνοντας τις ανησυχίες για το υψηλό κόστος ανάπτυξης υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.
Οι πιέσεις επεκτείνονται και στον ευρύτερο κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης, με τα ETFs SOXX και DRAM να καταγράφουν απώλειες άνω του 2% και 3%, αντίστοιχα. Στον αντίποδα, η Microsoft ενισχύεται άνω του 2,6%, καθώς οι ισχυρές επιδόσεις της πλατφόρμας Azure οδήγησαν σε καλύτερα των αναμενομένων αποτελέσματα.
Ισχυρές πιέσεις, της τάξης του 10%, δέχεται και η Caterpillar, παρά το γεγονός ότι ανακοίνωσε έσοδα και κέρδη υψηλότερα των εκτιμήσεων. Οι πωλήσεις στον κατασκευαστικό της κλάδο διαμορφώθηκαν ελαφρώς χαμηλότερα από τις προσδοκίες.
Πτωτικά κινούνται την ίδια ώρα οι αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, καθώς η αγορά αξιολογεί τα νέα οικονομικά στοιχεία και τις προοπτικές της νομισματικής πολιτικής. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς υποχωρεί στο 4,99%, έναντι 5,05% στο προηγούμενο κλείσιμο, καταγράφοντας πτώση περίπου 5,9 μονάδων βάσης. Αντίστοιχα, η απόδοση του 30ετούς ομολόγου διαμορφώνεται στο 5,33%, από 5,36%, σημειώνοντας μείωση περίπου 2,9 μονάδων βάσης.
Παρά τη σημερινή αποκλιμάκωση, το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού παραμένει σε υψηλά επίπεδα, αντανακλώντας τις ανησυχίες για την πορεία του πληθωρισμού, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τις μελλοντικές αποφάσεις της Federal Reserve, η οποία χθες διατήρησε αμετάβλητα τα βασικά επιτόκια στο εύρος 3,75%-4%. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα αναγνώρισε ότι ο πληθωρισμός παραμένει αυξημένος, επισημαίνοντας παράλληλα ότι χρειάζεται περισσότερα οικονομικά στοιχεία πριν αποφασίσει τις επόμενες κινήσεις της.
Ισχυρή ανάπτυξη 3,4% για την αμερικανική οικονομία
Παρά την αρνητική εικόνα στο χρηματιστήριο, τα τελευταία μακροοικονομικά στοιχεία επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας. Το πραγματικό ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 3,4% σε ετησιοποιημένη βάση το τρίτο τρίμηνο, έναντι 2,2% το προηγούμενο τρίμηνο, ξεπερνώντας τις προβλέψεις των οικονομολόγων.
Η καταναλωτική δαπάνη ενισχύθηκε με ρυθμό 3,8%, ενώ σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη έδωσαν οι επιχειρηματικές επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η ισχυρή οικονομική δραστηριότητα δεν έχει καταφέρει να καθησυχάσει τους επενδυτές. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, εξακολουθεί να επιβαρύνει τα νοικοκυριά, ενώ οι ανησυχίες για τη διατήρηση υψηλού πληθωρισμού περιορίζουν τις προσδοκίες χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.
Εν τω μεταξύ, ο δείκτης τιμών προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE), τον οποίο παρακολουθεί στενά η Federal Reserve, αυξήθηκε κατά 0,5% σε μηνιαία βάση. Ο δομικός PCE, που εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές τροφίμων και ενέργειας, ενισχύθηκε κατά 0,3% σε μηνιαία και 3,1% σε ετήσια βάση. Παράλληλα, οι καταναλωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 113,1 δισ. δολάρια ή 0,5%, ενώ το προσωπικό εισόδημα ενισχύθηκε κατά 0,2%. Το ποσοστό προσωπικής αποταμίευσης διαμορφώθηκε στο 3,8%.
Θετικά ήταν και τα στοιχεία για την αμερικανική αγορά εργασίας, καθώς οι νέες αιτήσεις για επίδομα ανεργίας μειώθηκαν κατά 1.000, στις 194.000, την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 24 Οκτωβρίου. Οι αναλυτές ανέμεναν 199.000 αιτήσεις, με τα στοιχεία να παραμένουν κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 57 ετών. Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες αιτήσεις επιδόματος ανεργίας μειώθηκαν κατά 21.000, στα 1,701 εκατομμύρια.



