
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζει πακέτο ανταποδοτικών δασμών σε αμερικανικά εισαγόμενα προϊόντα αξίας 93 δισ. ευρώ (ετησίως)
Παράλληλα, τα μέτρα στοχεύουν και συγκεκριμένες πολιτικές και εκλογικές ομάδες στις ΗΠΑ. Ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Ρεπουμπλικανός βουλευτής Μάικ Τζόνσον και ο επικεφαλής της Ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στο σώμα, Στιβ Σκαλίζ, εκπροσωπούν τη Λουιζιάνα, πολιτεία με ισχυρή παραγωγή σόγιας.
Όπως δήλωσε ο Ιγνάσιο Γκαρσία Μπερθέρο, πρώην ανώτερος αξιωματούχος εμπορίου της ΕΕ, “το βασικό κριτήριο για την κατάρτιση μιας λίστας αντιποίνων είναι να επιλέγονται προϊόντα από τα οποία η ΕΕ δεν εξαρτάται, ώστε να περιορίζεται η οικονομική ζημιά για την Ένωση”. Όπως σημείωσε, δευτερεύον κριτήριο είναι η άσκηση άμεσης πολιτικής πίεσης στις ΗΠΑ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίσει τη στήριξη των κρατών-μελών για την υιοθέτηση των δασμών, με ορισμένες πρωτεύουσες να έχουν ήδη ζητήσει την εξαίρεση συγκεκριμένων προϊόντων, φοβούμενες αντίποινα στις δικές τους εξαγωγές, όπως τα αλκοολούχα ποτά και το κρασί. Περισσότερα από 20 δισ. ευρώ προϊόντων έχουν ήδη αφαιρεθεί από την αρχική λίστα.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες έχουν συμφωνήσει και σε ελέγχους εξαγωγών για τα απορρίμματα αλουμινίου, τα οποία εισάγονται στις ΗΠΑ για ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση.
Το “εμπορικό μπαζούκα”
Η ΕΕ διαθέτει και το λεγόμενο αντικαταναγκαστικό μέσο (Anti-Coercion Instrument – ACI), που υιοθετήθηκε το 2023 αλλά δεν έχει ενεργοποιηθεί ποτέ. Το εργαλείο αυτό θα μπορούσε να περιορίσει την πρόσβαση αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών και άλλων εταιρειών στην ενιαία αγορά και έχει χαρακτηριστεί ως το “εμπορικό μπαζούκα” της Ένωσης.
Μεταξύ άλλων, θα μπορούσε να περιλαμβάνει ανάκληση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, επιβολή δασμών σε υπηρεσίες όπως το Netflix ή ταινίες του Χόλιγουντ, αποκλεισμό αμερικανικών εταιρειών από δημόσιους διαγωνισμούς, ακόμη και περιορισμούς στην πρόσβαση αμερικανικών τραπεζών στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η Γαλλία πιέζει για την ενεργοποίηση του ACI, ωστόσο άλλες κυβερνήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικές, εκτιμώντας ότι τέτοια μέτρα θα μπορούσαν να πλήξουν την ευρωπαϊκή οικονομία και τους καταναλωτές, ενώ σε τομείς όπως τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου ή το cloud computing οι εναλλακτικές εκτός ΗΠΑ είναι περιορισμένες.
Επιπλέον, η διαδικασία θεωρείται χρονοβόρα, καθώς απαιτεί έρευνα της Κομισιόν, διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ και έγκριση από ειδική πλειοψηφία κρατών-μελών, κάτι που μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες.


