
Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού κρατικού ομολόγου ξεπέρασε το 5%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002, καθώς οι επενδυτές αμφισβητούν την ικανότητα της κυβέρνησης Μακρόν να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα και να σταθεροποιήσει το δημόσιο χρέος.
Το spread έναντι της Γερμανίας πλησίασε τις 160 μονάδες βάσης, επαναφέροντας μνήμες από την κρίση χρέους της ευρωζώνης.
Η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου άγγιξε το 5,002%, καταγράφοντας ημερήσια άνοδο περίπου οκτώ μονάδων βάσης. Η εξέλιξη είναι ενδεικτική της αυξανόμενης επιφυλακτικότητας των επενδυτών απέναντι στη δημοσιονομική προοπτική της χώρας.
Η Γαλλία δανείζεται πλέον με υψηλότερο επιτόκιο από την Ιταλία, όπου η απόδοση του αντίστοιχου ομολόγου διαμορφώνεται στο 4,57%, και την Ισπανία, με 4,07%. Οι δύο χώρες αντιμετωπίζονταν επί χρόνια ως περισσότερο ευάλωτες οικονομίες της ευρωζώνης, λόγω των δημοσιονομικών τους προβλημάτων.
«Υπάρχει μια αρκετά ξεκάθαρη δυσπιστία» απέναντι στη Γαλλία, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Αντρέα Τουένι, υπεύθυνος δραστηριοτήτων αγοράς στη Saxo Banque France.
Η άνοδος των αποδόσεων αυξάνει το κόστος με το οποίο το γαλλικό Δημόσιο αντλεί νέα κεφάλαια και αναχρηματοδοτεί τις υποχρεώσεις του. Όσο περισσότερο διατηρούνται τα υψηλά επιτόκια, τόσο μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων εσόδων θα κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους, περιορίζοντας τα περιθώρια για άλλες δαπάνες.
Το spread με τη Γερμανία στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011
Το περιθώριο μεταξύ των αποδόσεων των δεκαετών γαλλικών και γερμανικών ομολόγων διευρύνθηκε στις 159,4 μονάδες βάσης, καταγράφοντας άνοδο έξι μονάδων βάσης. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών, σε μια εξέλιξη που παραπέμπει στην κρίση χρέους της ευρωζώνης το 2011.
Η Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για την ασφάλεια των κρατικών ομολόγων στην Ευρώπη. Η διεύρυνση του spread αποτυπώνει το αυξημένο ασφάλιστρο κινδύνου που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν γαλλικό χρέος αντί γερμανικού.
Η επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης έγινε εντονότερη από τα τέλη Σεπτεμβρίου, καθώς οι αγορές αξιολογούν το βάρος του γαλλικού χρέους και τις δυσκολίες της κυβέρνησης να εξασφαλίσει την έγκριση του προϋπολογισμού.
Έλλειμμα πάνω από 5% και χρέος που οδεύει προς το 120% του ΑΕΠ
Οι δημοσιονομικές προβλέψεις ενισχύουν τις ανησυχίες. Σύμφωνα με τις εαρινές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το δημόσιο χρέος της Γαλλίας αναμένεται να φτάσει στο 118,1% του ΑΕΠ το 2026 και να ξεπεράσει το 120% το 2027.
Παράλληλα, το δημοσιονομικό έλλειμμα προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 5,1% του ΑΕΠ το 2026 και να αυξηθεί στο 5,7% το 2027. Η Γαλλία βρίσκεται ήδη υπό τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που εντείνει την πίεση για τη λήψη μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής.
Η κυβέρνηση του Εμανουέλ Μακρόν καλείται να περάσει τον προϋπολογισμό από ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο, ενώ παράλληλα πρέπει να διαμορφώσει ένα αξιόπιστο σχέδιο περιορισμού του ελλείμματος. Η δυσκολία εξασφάλισης κοινοβουλευτικών συναινέσεων δημιουργεί αμφιβολίες για το κατά πόσο οι δημοσιονομικοί στόχοι θα επιτευχθούν.
Πώς τα υψηλά επιτόκια επιβαρύνουν την οικονομία
Η άνοδος της απόδοσης των γαλλικών ομολόγων δεν συνεπάγεται αυτομάτως αύξηση του βασικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων διαμορφώνονται στην αγορά και επηρεάζονται από τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, την πορεία των επιτοκίων και τον κίνδυνο που αποδίδουν οι επενδυτές σε κάθε χώρα.
Η παρατεταμένη διατήρηση των αποδόσεων σε υψηλά επίπεδα μπορεί, ωστόσο, να έχει ευρύτερες συνέπειες. Για το γαλλικό Δημόσιο σημαίνει αυξημένες δαπάνες τόκων, καθώς αναχρηματοδοτείται το χρέος. Για τις επιχειρήσεις, μπορεί να μεταφραστεί σε ακριβότερη χρηματοδότηση και αναβολή επενδυτικών σχεδίων. Για τα νοικοκυριά, ενδέχεται να επηρεάσει το κόστος νέων δανείων, ανάλογα με τους όρους χρηματοδότησης.
Εάν η επιβάρυνση συνεχιστεί, η κυβέρνηση θα έχει λιγότερα περιθώρια για δημόσιες επενδύσεις και μέτρα στήριξης, ενώ η οικονομική δραστηριότητα μπορεί να δεχθεί πρόσθετες πιέσεις.
Πολιτική αστάθεια και ενεργειακές τιμές επιβαρύνουν το κλίμα
Η δημοσιονομική αβεβαιότητα συμπίπτει με μια περίοδο πολιτικής έντασης στη Γαλλία. Η αποδυναμωμένη κυβέρνηση δυσκολεύεται να εξασφαλίσει σταθερή κοινοβουλευτική στήριξη, ενώ η προεκλογική περίοδος και οι μαζικές διαδηλώσεις αυξάνουν την αβεβαιότητα γύρω από τις μελλοντικές πολιτικές επιλογές.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των ενεργειακών τιμών προσθέτει νέες πιέσεις. Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο ενισχύθηκαν κατά περίπου 4%, ενώ το πετρέλαιο Brent κινήθηκε πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας μπορούν να επιβαρύνουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενισχύοντας παράλληλα τις πληθωριστικές πιέσεις.
Το πρόβλημα για τη Γαλλία είναι ο συνδυασμός υψηλού χρέους, επίμονου ελλείμματος και πολιτικής αβεβαιότητας. Οι διεθνείς οργανισμοί, μεταξύ των οποίων ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ, έχουν προειδοποιήσει ευρύτερα για τις συνέπειες της αύξησης του δημόσιου χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Το στοίχημα της εμπιστοσύνης των αγορών
Η άνοδος της απόδοσης του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου στο 5% δεν σημαίνει από μόνη της ότι επίκειται νέα κρίση χρέους στην ευρωζώνη. Αποτελεί, ωστόσο, σαφή ένδειξη ότι οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση για τον κίνδυνο που θεωρούν ότι αναλαμβάνουν.
Το επόμενο διάστημα, η πορεία του προϋπολογισμού του 2027, οι αποφάσεις για τον περιορισμό του ελλείμματος και η εξέλιξη του spread έναντι της Γερμανίας θα αποτελέσουν βασικούς δείκτες για την αξιολόγηση της γαλλικής οικονομίας.
Μια αξιόπιστη συμφωνία για τη δημοσιονομική προσαρμογή θα μπορούσε να περιορίσει τις πιέσεις. Αντίθετα, μια παρατεταμένη πολιτική εμπλοκή θα ενίσχυε τον κίνδυνο διατήρησης των αποδόσεων σε υψηλά επίπεδα, αυξάνοντας περαιτέρω το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Το διακύβευμα για το Παρίσι είναι διπλό: να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και ταυτόχρονα να περιορίσει το έλλειμμα χωρίς να εντείνει την οικονομική και κοινωνική πίεση στο εσωτερικό της χώρας.


