
Η Βρετανία δανείζεται ακριβά, αλλά αυτή τη φορά δεν ακούει μόνο προειδοποιήσεις. Το ΔΝΤ αναγνώρισε την προσπάθεια περιορισμού των ελλειμμάτων, σε μια περίοδο που πολλές μεγάλες οικονομίες δυσκολεύονται να μαζέψουν τα δημόσια οικονομικά τους. Για τον νέο υπουργό Οικονομικών John Healy, η στήριξη αυτή έρχεται λίγο πριν από την παρουσίαση του πρώτου του προϋπολογισμού. Οι αποδόσεις των βρετανικών ομολόγων έχουν ανέβει σε επίπεδα που θυμίζουν άλλες, πιο ταραγμένες εποχές. Παρ’ όλα αυτά, το δημόσιο χρέος δεν ξέφυγε μετά την πανδημία όσο φοβούνταν οι επίσημες προβλέψεις.
Το καθαρό δημόσιο χρέος βρέθηκε τον Αύγουστο στο 93,8% του ΑΕΠ, λίγο χαμηλότερα από το σημείο όπου ήταν όταν οι Εργατικοί ανέλαβαν την εξουσία στα μέσα του 2024. Η εικόνα απέχει από τις εκτιμήσεις του βρετανικού Γραφείου Δημοσιονομικής Ευθύνης, που πριν από λίγα χρόνια έβλεπε το χρέος να κινείται κοντά στο 100% του ΑΕΠ. Το ΔΝΤ προβλέπει τώρα ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα μειωθεί από 3,8% του ΑΕΠ φέτος σε 1,4% το 2031. Αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη αποκλιμάκωση ανάμεσα στις χώρες της G7. Σημαντικό ρόλο έπαιξε ο πληθωρισμός, καθώς αύξησε τα ονομαστικά φορολογικά έσοδα και διόγκωσε το ονομαστικό ΑΕΠ, μειώνοντας έτσι τη σχέση χρέους προς οικονομική παραγωγή.
Η θετική αποτίμηση δεν σημαίνει ότι ο δρόμος έγινε εύκολος για το Λονδίνο. Τα υψηλά επιτόκια ανεβάζουν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και στενεύουν τα περιθώρια του προϋπολογισμού. Παράλληλα, προηγούμενες κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν μέρος των πρόσθετων εσόδων για φορολογικές μειώσεις και αυξημένες δαπάνες, αντί να τα κατευθύνουν εξ ολοκλήρου στη μείωση του ελλείμματος. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το ακαθάριστο δημόσιο χρέος θα ανέβει από το 102% του ΑΕΠ φέτος στο 102,5% το 2027, πριν υποχωρήσει στο 100,2% το 2031. Ακόμη κι έτσι, η Βρετανία προβλέπεται να έχει τότε το δεύτερο χαμηλότερο ακαθάριστο χρέος στην G7 μετά τη Γερμανία.

