
Η Γερμανία βλέπει το δημόσιο χρέος της να παίρνει απότομη ανηφόρα μέσα στα επόμενα χρόνια. Οι νεότερες προβλέψεις του Συμβουλίου Δημοσιονομικής Σταθερότητας δείχνουν ότι ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να φτάσει το 78,25% έως το 2030. Η αύξηση είναι μεγάλη, αν ληφθεί υπόψη ότι για το 2025 ο αντίστοιχος δείκτης βρισκόταν στο 62,8%. Η εξέλιξη φέρνει το Βερολίνο καθαρά πάνω από το όριο του 60% που προβλέπει η Συνθήκη του Μάαστριχτ για το δημόσιο χρέος. Παράλληλα, ανοίγει νέα συζήτηση για το πώς θα χρηματοδοτηθούν οι μεγάλες κρατικές ανάγκες χωρίς να χαθεί ο έλεγχος των δημοσίων οικονομικών.
Πίεση δέχεται και το δημοσιονομικό έλλειμμα, το οποίο αναμένεται να ανέβει αισθητά. Από 2,9% του ΑΕΠ πέρυσι, οι εκτιμήσεις το φέρνουν στο 5,25% την επόμενη χρονιά. Το ποσοστό αυτό ξεπερνά το ευρωπαϊκό όριο του 3%, το οποίο παραμένει βασικός κανόνας δημοσιονομικής πειθαρχίας στην ΕΕ. Για το 2030, το έλλειμμα προβλέπεται στο 4,5% του ΑΕΠ, δηλαδή αρκετά υψηλότερα από το επιτρεπόμενο επίπεδο. Η πορεία αυτή συνδέεται με την επιλογή της κυβέρνησης να αυξήσει τον δανεισμό για επενδύσεις και αμυντικές δαπάνες.
Κεντρικό ρόλο παίζει το ειδικό ταμείο υποδομών των 500 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο προορίζεται να στηρίξει έργα μεγάλης κλίμακας. Την ίδια ώρα, η χαλάρωση των περιορισμών στον δανεισμό για την άμυνα δίνει στο κράτος μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων, αλλά ανεβάζει και τις μελλοντικές υποχρεώσεις. Ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ υποστήριξε ότι η οικονομία αρχίζει να δείχνει σημάδια ανάκαμψης έπειτα από χρόνια χαμηλής ανάπτυξης. Κατά την εκτίμησή του, οι δημόσιες επενδύσεις ενισχύουν τη δραστηριότητα και βοηθούν τη χώρα να ξεφύγει από τη στασιμότητα. Τα στοιχεία, πάντως, δείχνουν ότι η γερμανική οικονομική πολιτική περνά σε περίοδο αυξημένου δανεισμού, με βαρύτερο χρέος και υψηλότερα ελλείμματα έως το τέλος της δεκαετίας.
