
Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτρονικού Εμπορίου (GR.EC.A.) αντιδρά στην απαγόρευση χρήσης μετρητών κατά την εξόφληση παραγγελιών (εξαιρούνται οι παραγγελίες φαγητού από σούπερ μάρκετ, efood και wolt
Ανάμεσα σε άλλα, στέκονται στο ότι ενώ στα φυσικά καταστήματα εξακολουθεί, κατά κανόνα, να επιτρέπεται η εξόφληση συναλλαγών κάτω των 500 ευρώ με μετρητά
- Ηλικιωμένοι και άτομα με περιορισμένη εξοικείωση με τις ψηφιακές πληρωμές.
- Καταναλωτές που δεν διαθέτουν κάρτα ή πρόσβαση σε κατάλληλα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.
- Επισκέπτες και τουρίστες που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν περιορισμούς στη χρήση των διαθέσιμων μέσων πληρωμής.
- Κάτοικοι απομακρυσμένων και νησιωτικών περιοχών όπου η συνδεσιμότητα ή η πρόσβαση σε χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες μπορεί να είναι περιορισμένη.
Για το κόστος εφαρμογής αναφέρουν πως η περαιτέρω ψηφιοποίηση των πληρωμών μπορεί μακροπρόθεσμα να συμβάλλει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και στον περιορισμό του κόστους διαχείρισης μετρητών, αλλά δεν είναι δεδομένο ότι τα οφέλη αυτά θα προκύψουν άμεσα ή θα αντισταθμίσουν το αρχικό κόστος προσαρμογής.
Οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι σημαντικότερες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις νεοσύστατες επιχειρήσεις και τα ηλεκτρονικά καταστήματα της περιφέρειας, τα οποία στηρίζονται περισσότερο στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με νέους καταναλωτές.
Παράλληλα, ζητούν να αξιολογηθεί η ανταγωνιστική επίδραση της ρύθμισης σε σχέση με τις μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου. Οι διεθνείς πλατφόρμες διαθέτουν συχνά μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, σημαντικές οικονομίες κλίμακας και ήδη ανεπτυγμένες υποδομές ηλεκτρονικών πληρωμών, στοιχεία που τους επιτρέπουν να προσαρμόζονται ευκολότερα σε νέες κανονιστικές απαιτήσεις.
Αντίθετα, οι μικρότερες ελληνικές επιχειρήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες δυσκολίες προσαρμογής και να απολέσουν ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην εγχώρια αγορά. Συνεπώς, τονίζουν, υπάρχει κίνδυνος η προτεινόμενη ρύθμιση να επιταχύνει τη συγκέντρωση της αγοράς και να ενισχύσει έμμεσα τη θέση μεγάλων διεθνών παικτών έναντι μικρότερων ελληνικών επιχειρήσεων.
Επιπλέον, αναφέρουν ότι ενδεχόμενη μείωση του όγκου των παραγγελιών θα μπορούσε να επηρεάσει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας του ηλεκτρονικού εμπορίου, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών ταχυμεταφοράς, των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων και της απασχόλησης στον κλάδο.
Ο GR.EC.A. θεωρεί πως η δυνατότητα ολοκλήρωσης μιας παράδοσης δεν θα πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από τη συνεχή και απρόσκοπτη λειτουργία των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, των τερματικών πληρωμών, των τραπεζικών υποδομών και των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, καθώς στην καθημερινή λειτουργία των ταχυμεταφορών είναι πιθανό να προκύψουν περιστατικά όπως:
- Προσωρινή απώλεια σύνδεσης στο διαδίκτυο ή ανεπαρκής κάλυψη δικτύου κινητής τηλεφωνίας.
- Τεχνική βλάβη ή αδυναμία λειτουργίας συσκευής POS ή SoftPOS.
- Προσωρινή διακοπή λειτουργίας τραπεζικών συστημάτων ή υπηρεσιών πληρωμών.
- Αποτυχία εξουσιοδότησης μιας ηλεκτρονικής συναλλαγής για τεχνικούς λόγους.
- Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αδυναμία πραγματοποίησης ηλεκτρονικής πληρωμής ενδέχεται να οδηγήσει σε αποτυχημένες παραδόσεις, πρόσθετες διαδρομές, αυξημένο λειτουργικό κόστος και σημαντική ταλαιπωρία των καταναλωτών.
Η επανεξέταση του πλαισίου
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε περιοχές με περιορισμένη συνδεσιμότητα, καθώς και σε περιόδους αυξημένου όγκου παραδόσεων, όπως η Black Friday και η εορταστική περίοδος. Για τον λόγο αυτό, ο GR.EC.A. τονίζει πως είναι απαραίτητη η θέσπιση σαφούς, ενιαίας και λειτουργικής εναλλακτικής διαδικασίας (fallback mechanism), η οποία θα εφαρμόζεται όταν η ηλεκτρονική πληρωμή δεν είναι τεχνικά εφικτή.
Η διαδικασία αυτή, σύμφωνα με τον GR.EC.A. θα πρέπει να προβλέπει συγκεκριμένους τρόπους ολοκλήρωσης της συναλλαγής, χωρίς να δημιουργεί αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις για τον καταναλωτή ή το ηλεκτρονικό κατάστημα, ενώ εκτός αυτού θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα κατ’ εξαίρεση εξόφλησης με μετρητά σε αποδεδειγμένες περιπτώσεις τεχνικής αδυναμίας, με τις κατάλληλες δικλείδες καταγραφής και ελέγχου.
Με βάση τα παραπάνω, ο GR.EC.A. θεωρεί ότι η προτεινόμενη διάταξη, με τη σημερινή της μορφή, δεν θα πρέπει να προχωρήσει χωρίς προηγούμενη ουσιαστική επανεξέταση και προτείνει τα εξής
- Την επανεξέταση της προτεινόμενης απαγόρευσης, με γνώμονα την ισότιμη μεταχείριση του φυσικού και του ηλεκτρονικού εμπορίου και την αποφυγή στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό.
- Την τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της αποτελεσματικότητας του μέτρου ως προς την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, λαμβάνοντας υπόψη τα υφιστάμενα δεδομένα καταγραφής και ιχνηλασιμότητας των συναλλαγών αντικαταβολής.
- Τη διασφάλιση της ελευθερίας επιλογής και της ισότιμης πρόσβασης των καταναλωτών, με ιδιαίτερη μέριμνα για ευάλωτες ομάδες και πολίτες που δεν διαθέτουν ή δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.
- Την αξιολόγηση των επιπτώσεων στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων και νεοσύστατων e-shops, καθώς και των πιθανών επιπτώσεων στον ανταγωνισμό με μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου.
- Την εκπόνηση ολοκληρωμένης μελέτης οικονομικών και επιχειρησιακών επιπτώσεων, συμπεριλαμβανομένου του πρόσθετου κόστους τεχνολογικής προσαρμογής, του κινδύνου μετακύλισης χρεώσεων και της ανάγκης διασφάλισης της επιχειρησιακής συνέχειας σε περιπτώσεις τεχνικών προβλημάτων.
- Την αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής της διάταξης, προκειμένου να αντιμετωπιστούν πιθανές διαφοροποιήσεις μεταξύ εναλλακτικών μοντέλων πώλησης, παράδοσης και παραλαβής.
- Την εξέταση λιγότερο περιοριστικών εναλλακτικών μέτρων, όπως η ενίσχυση της ηλεκτρονικής καταγραφής, της διασύνδεσης πληροφοριακών συστημάτων και της φορολογικής ιχνηλασιμότητας.
- Την πρόβλεψη επαρκούς μεταβατικής περιόδου και σαφών διαδικασιών αντιμετώπισης τεχνικών προβλημάτων, εφόσον τελικά αποφασιστεί η εφαρμογή σχετικής ρύθμισης.
- Την έναρξη ουσιαστικού διαλόγου με τους εκπροσώπους της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων ηλεκτρονικού εμπορίου, των ταχυμεταφορών, των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και των εκπροσώπων των καταναλωτών



