
Ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ευρωζώνη παραμένει αυξημένος σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα, κυρίως εξαιτίας των ανατιμήσεων στις διεθνείς τιμές συγκεκριμένων προϊόντων, σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Οι αυξήσεις στο κρέας αφορούν βασικά το μοσχάρι, με τις τιμές παραγωγού στην Ευρώπη να αυξάνονται κατά μέσο όρο κατά 28% στα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου σε ετήσια βάση, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μετά τη σταθεροποίησή τους τον Οκτώβριο, οι τιμές επανήλθαν στην ανοδική τάση τους σε ιστορικά υψηλά επίπεδα «λόγω της διαρθρωτικά περιορισμένης διαθεσιμότητας ζώων και της ισχυρής παγκόσμιας ζήτησης». Στο πρώτο 9μηνο του 2025, η παραγωγή στην ΕΕ μειώθηκε κατά 3,7% σε ετήσια βάση, με σημαντική υποχώρηση σε χώρες που είναι μεγάλοι παραγωγοί, όπως τη Γερμανία (-6,8%), τη Γαλλία και την Ισπανία (-2,8% και οι δύο). Η μείωση της παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών βόειου κρέατος κατά 14,2% (στο πρώτο 8μηνο του 2025).
Την αύξηση των διεθνών τιμών στο βόειο κρέας καταγράφει και ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), ο οποίος σημειώνει ότι ο δείκτης τιμών κρέατος αυξήθηκε κατά 5,1% το 2025. Ωστόσο, αναφέρει ότι οι τιμές του βόειου και του πρόβειου κρέατος αυξήθηκαν απότομα σε ετήσια βάση, λόγω ισχυρής ζήτησης για εισαγωγές και περιορισμένης διαθεσιμότητας εξαγωγών. Αντίθετα, οι τιμές για το χοιρινό κρέας μειώθηκαν, καθώς εξασθένησε η παγκόσμια ζήτηση για εισαγωγές, ενώ οι τιμές για το κοτόπουλο μειώθηκαν λίγο λόγω μεγάλης προσφοράς.
Η ανάλυση του πληθωρισμού στα τρόφιμα με βάση μοντέλο που χρησιμοποίησαν οι αναλυτές της ΕΚΤ έδειξε ότι στις αυξήσεις των τιμών συμβάλει και η αύξηση των μισθών στον τομέα λιανικών πωλήσεων. Τα τελευταία στοιχεία για τις αμοιβές ανά εργαζόμενο σε διάφορους κλάδους της οικονομίας έδειξαν ότι οι αυξήσεις μισθών στο εμπόριο, τις μεταφορές και τα καταλύματα παρέμειναν υψηλές το 2025 σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η ΕΚΤ αναμένει, πάντως, ότι ο πληθωρισμός τροφίμων θα μειωθεί σημαντικά το 2026, υποχωρώντας κοντά στο 2% στα τέλη του έτους, καθώς θα εξασθενήσει ο αντίκτυπος από προηγούμενες αυξήσεις στις διεθνείς τιμές τους έως το καλοκαίρι.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


