
Το Γραφείο Προϋπολογισμού χτυπά καμπανάκι για τα νέα αιτήματα οριζόντιας στήριξης, την ώρα που η ενέργεια απειλεί ξανά τις τιμές και τα δημόσια οικονομικά. Το μήνυμα είναι σαφές: Η όποια βοήθεια πρέπει να πηγαίνει σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη, όχι να μοιράζεται χωρίς στόχευση. Μετά τα μέτρα της ΔΕΘ, τα περιθώρια για πρόσθετες δαπάνες εμφανίζονται περιορισμένα. Η ανησυχία μεγαλώνει επειδή ο πληθωρισμός δυσκολεύεται να αποκλιμακωθεί και οι τιμές στα τρόφιμα παραμένουν ευάλωτες σε νέα άνοδο. Ακόμη και μια πιθανή επαναφορά της ρήτρας διαφυγής στην Ευρώπη δεν θεωρείται άδεια για παρατεταμένη χαλάρωση, καθώς θα μπορούσε να πλήξει την αξιοπιστία απέναντι στις αγορές.
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να κινείται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, αλλά η επόμενη δοκιμασία αφορά τη διατήρηση των επενδύσεων χωρίς την ίδια στήριξη από το Ταμείο Ανάκαμψης. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη, ενώ η πρόβλεψη για το σύνολο του έτους μένει στο 1,9%. Η ιδιωτική κατανάλωση, οι εξαγωγές και οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στήριξαν την ανάπτυξη, με τις τελευταίες να ενισχύονται κατά 6,1%. Αντίβαρο αποτέλεσε η αύξηση των εισαγωγών κατά 3,7%, κυρίως λόγω των υπηρεσιών. Η έκθεση δείχνει ότι οι δημόσιες επενδύσεις αποδίδουν περισσότερο σε βάθος χρόνου από τη δημόσια κατανάλωση, καθώς κάθε 1 ευρώ μπορεί να συνδεθεί με έως 2,25 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε τρία χρόνια.
Στα ομόλογα, η εικόνα της Ελλάδας έχει βελτιωθεί αισθητά σε σχέση με την περίοδο της πανδημίας, όταν οι αποδόσεις αντιδρούσαν πολύ πιο έντονα στις διεθνείς αναταράξεις. Η μείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ και τα πρωτογενή πλεονάσματα περιόρισαν το ασφάλιστρο κινδύνου που ζητούν οι επενδυτές. Παρ’ όλα αυτά, καθώς μεγαλύτερο μέρος του χρέους περνά σταδιακά σε ιδιώτες, οι δημοσιονομικές επιλογές θα παρακολουθούνται πιο αυστηρά. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026, το προσαρμοσμένο πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης εμφάνισε πλεόνασμα 11,302 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,037 δισ. ευρώ. Οι προκλήσεις παραμένουν στις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, τον υψηλότερο από την Ευρωζώνη πληθωρισμό και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, που κρατούν ανοιχτή τη συζήτηση για το πού πρέπει να κατευθυνθεί κάθε διαθέσιμο ευρώ.

