Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας έφτασε στα 3,596 τρισ. ευρώ και στο 119% του ΑΕΠ στο τέλος Ιουνίου, καταγράφοντας νέο ιστορικό υψηλό και εντείνοντας την πίεση στην κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί, λίγες ημέρες πριν από την παρουσίαση του προϋπολογισμού του 2027.
Η αύξηση του χρέους κατά 59,6 δισ. ευρώ μέσα σε ένα μόνο τρίμηνο αποτυπώνει τη δυσκολία της Γαλλίας να περιορίσει τα ελλείμματά της σε μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης, υψηλών δαπανών και αυξημένου κόστους χρηματοδότησης. Το χρέος ξεπέρασε έτσι το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του 117,8% του ΑΕΠ, που είχε καταγραφεί στο πρώτο τρίμηνο του 2021, στην κορύφωση των δημοσιονομικών επιβαρύνσεων της πανδημίας.
Το επίπεδο του 119% είναι το υψηλότερο που έχει καταγραφεί από το 1946. Η διαφορά με την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ότι σήμερα η αύξηση του χρέους δεν συνδέεται με ένα αντίστοιχο έκτακτο σοκ, αλλά με μια μακρά περίοδο δημοσιονομικών ελλειμμάτων και ασθενέστερης οικονομικής ανάπτυξης.
Το κόστος δανεισμού γίνεται πλέον βασικό πρόβλημα
Η εξέλιξη του χρέους αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή συνοδεύεται από σημαντική άνοδο του κόστους με το οποίο δανείζεται το γαλλικό Δημόσιο.
Η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου κινείται κοντά στο 4,8%, ενώ το spread έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου έχει διευρυνθεί σημαντικά. Στις 28 Σεπτεμβρίου, η απόδοση του γαλλικού 10ετούς βρισκόταν στο 4,78%, έναντι 4,60% της Ιταλίας, 4,44% της Ελλάδας και 3,63% της Γερμανίας.
Η άνοδος των επιτοκίων μεταφέρεται σταδιακά και στον κρατικό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με τις γαλλικές εκτιμήσεις, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αναμένεται να φτάσει περίπου τα 79 δισ. ευρώ το 2026 και να αυξηθεί περαιτέρω το 2027.
Έτσι δημιουργείται ένας δύσκολος δημοσιονομικός μηχανισμός: όσο μεγαλύτερο είναι το χρέος και όσο υψηλότερο το κόστος δανεισμού, τόσο περισσότερα χρήματα χρειάζονται για τόκους, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα περιθώρια της κυβέρνησης για άλλες δαπάνες.
Τα 54 δισ. ευρώ του Λεκορνί
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει προαναγγείλει δημοσιονομική προσαρμογή περίπου 54 δισ. ευρώ για το 2027, με στόχο να περιορίσει το έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι χωρίς πρόσθετα μέτρα το έλλειμμα θα μπορούσε να φτάσει περίπου στο 6,6% του ΑΕΠ το 2027. Από τα 54 δισ. ευρώ, περίπου 40 δισ. αφορούν την κάλυψη της αναμενόμενης αύξησης των δαπανών και περίπου 14 δισ. αντιστοιχούν στην πραγματική δημοσιονομική προσπάθεια σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η προσπάθεια να περάσει ο προϋπολογισμός θα απαιτήσει πολιτικές συνεννοήσεις σε ένα ιδιαίτερα κατακερματισμένο Κοινοβούλιο, ενώ οι προτάσεις για περιορισμό των δαπανών έχουν ήδη προκαλέσει αντιδράσεις.
Η πίεση είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, οι αγορές ζητούν αξιόπιστη πορεία περιορισμού του ελλείμματος. Από την άλλη, τα κόμματα της αντιπολίτευσης και κοινωνικές ομάδες αντιδρούν στις περικοπές, με τις κινητοποιήσεις να εντείνονται ενόψει της συζήτησης του προϋπολογισμού.
Το έλλειμμα του 2026 ξεφεύγει από τον στόχο
Η δημοσιονομική εικόνα έχει ήδη επιδεινωθεί μέσα στο 2026. Η γαλλική κυβέρνηση αναμένει πλέον έλλειμμα 5,4% του ΑΕΠ για φέτος, έναντι του αρχικού στόχου του 5%.
Για το 2027, ο στόχος παραμένει στο 5%, όμως το δημόσιο χρέος αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται. Οι προβολές του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών τοποθετούν τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ στο 121,7% το 2027, από 119,3% το 2026.
Με άλλα λόγια, ακόμη και στην περίπτωση που η κυβέρνηση πετύχει τον στόχο για το έλλειμμα, η σχέση χρέους προς ΑΕΠ δεν αναμένεται να σταθεροποιηθεί άμεσα.
Η ανάπτυξη δεν επαρκεί για να αντιστρέψει την τάση
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται και η αδύναμη ανάπτυξη. Η γαλλική οικονομία δυσκολεύεται να δημιουργήσει τους ρυθμούς μεγέθυνσης που θα επέτρεπαν στο ΑΕΠ να αυξάνεται αρκετά γρήγορα ώστε να περιορίζει το βάρος του χρέους.
Παράλληλα, οι δημόσιες δαπάνες αυξάνονται σε τομείς όπως οι συντάξεις και η υγεία λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, ενώ η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Την ίδια στιγμή, η άνοδος των επιτοκίων αυξάνει περαιτέρω το κόστος εξυπηρέτησης του υφιστάμενου χρέους.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας οικονομίας στην οποία το δημοσιονομικό πρόβλημα δεν προέρχεται από ένα μεμονωμένο γεγονός. Είναι αποτέλεσμα της συσσώρευσης ελλειμμάτων σε βάθος χρόνου, την ώρα που η ανάπτυξη δεν είναι αρκετά ισχυρή για να λειτουργήσει ως αντίβαρο.
Ο προϋπολογισμός του 2027 ως κρίσιμο τεστ
Ο προϋπολογισμός του 2027 αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία. Η κυβέρνηση καλείται να πείσει ότι μπορεί να περιορίσει το έλλειμμα, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική στήριξη που απαιτείται για την εφαρμογή των μέτρων.
Η συγκυρία γίνεται ακόμη πιο δύσκολη επειδή η χώρα οδεύει προς τις προεδρικές εκλογές του 2027. Οι δημοσιονομικές αποφάσεις της κυβέρνησης θα εφαρμοστούν επομένως σε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης και αυξημένων κοινωνικών πιέσεων.
Για τις αγορές, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Γαλλία θα καταφέρει να παρουσιάσει μια αξιόπιστη και διατηρήσιμη πορεία περιορισμού του ελλείμματος. Για την κυβέρνηση, το ζήτημα είναι αν μπορεί να εφαρμόσει αυτή την προσαρμογή χωρίς να οδηγηθεί σε νέα κοινοβουλευτική κρίση.
Το νέο ιστορικό υψηλό του χρέους προσθέτει σε αυτή την εξίσωση έναν ακόμη παράγοντα: κάθε καθυστέρηση γίνεται ακριβότερη, καθώς η Γαλλία καλείται πλέον να χρηματοδοτεί το τεράστιο χρέος της σε ένα περιβάλλον αισθητά υψηλότερων επιτοκίων.



