
Σημαντική αύξηση παρουσίασαν οι ποσότητες φυσικού αερίου που εισήλθαν στο Εθνικό Δίκτυο Μεταφοράς της Ελλάδας τον περασμένο, όπως αναφέρει μηνιαία έκθεση της Grant Thornton, με βάση τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία.
Ειδικότερα, σε μηνιαία βάση, οι όγκοι αυξήθηκαν κατά 23%, από περίπου 5,7 TWh τον Ιούνιο σε 7 TWh. Αυξητική ήταν η τάση και ως προς τη συσσωρευμένη απόδοση από την αρχή του έτους (YTD), η οποία παρουσίασε αύξηση 13%, από τα 45 TWh που καταγράφηκαν την ίδια περίοδο πέρυσι σε 50 TWh. Αυτή η σταθερή πορεία υπογραμμίζει την εντεινόμενη εξάρτηση από το φυσικό αέριο ως βασικό ενεργειακό πυλώνα κατά τις περιόδους αιχμής.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναλυτικότερη εικόνα ως προς τις πηγές προέλευσης του φυσικού αερίου, με τη χώρα μας να επανακαθορίζει αυτό το διάστημα τη στρατηγική της σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές αρίου μέσω αγωγών και τη χρήση Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (ΥΦΑ – LNG), αναφέρει η έκθεση.
Τον Ιούλιο, η αγορά έδειξε μία σαφή προτίμηση προς το φυσικό αέριο μέσω αγωγών, αφού αυτό αντιστοιχούσε στο 60% των συνολικών εισαγωγών του μήνα (περίπου 4,3 TWh). Αντίθετα, οι εισαγωγές ΥΦΑ σημείωσαν πτώση 12% ή περίπου 2,8 TWh σε μηνιαία βάση, αντιπροσωπεύοντας το 40% του συνολικού μίγματος.
«Αυτή η μετατόπιση αποδεικνύει την ικανότητα του συστήματος να προσαρμόζεται μεταξύ των διαθέσιμων πηγών με βάση την εποχικότητα και τη στρατηγική διαχείριση των αποθεμάτων», σημειώνουν οι αναλυτές της Grant Thornton.
Ακόμα, η απόδοση συγκεκριμένων «σταθμών» εισόδου αερίου στη χώρα καταδεικνύει τη λεπτή φύση των τρεχουσών συνθηκών στον ανεφοδιασμό της χώρας:
- Απόδοση αγωγών: Ενώ το σημείο της Νέας Μεσήμβριας (TAP) παρέμεινε σταθερό, με οριακή αύξηση 1% σε ετήσια βάση, το σημείο εισόδου του Σιδηροκάστρου σημείωσε μείωση 5% σε ετήσια βάση από την αρχή του έτους (από 19,8 TWh σε 18,8 TWh), αντανακλώντας το σταθερό προσανατολισμό για απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο.
- Απόδοση ΥΦΑ: Ο τερματικός σταθμός της Αγίας Τριάδας (Ρεβυθούσα) παραμένει ο βασικός σταθμός παροχής ΥΦΑ στη χώρα, παρά τη μείωση κατά 1 TWh σε μηνιαία βάση. Είναι, ωστόσο, σημαντικό ότι και ο τερματικός σταθμός της Αμφιτρίτης έχει αναδειχθεί σε περιουσιακό στοιχείο υψηλής αξίας, αφού έπειτα από προγραμματισμένη συντήρηση, κατέγραψε μια εντυπωσιακή αύξηση παροχής αερίου 287% σε ετήσια βάση, φτάνοντας σε συνολικό όγκο 4 TWh από την αρχή του έτους.
Οι στρατηγικές επιπτώσεις των μεταβολών στα σημεία εισόδου
- Εφαρμογή της σταδιακής κατάργησης: Η μείωση κατά 5% από την αρχή του έτους στο Σιδηροκαστρο επιβεβαιώνει τη σκόπιμη, οργανωμένη απεξάρτηση από τη μονομερή τροφοδοσία μέσω των παλιών αγωγών υπέρ ενός πιο ποικίλου ενεργειακού μίγματος.
- Επιβεβαίωση της αξίας των υποδομών και συστημική ανθεκτικότητα: Η σωρευτική αύξηση κατά 287% στον τερματικό σταθμό «Αμφιτρίτη» επικυρώνει τις πρόσφατες επενδύσεις σε πλωτές μονάδες αποθήκευσης και επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου ως ζωτικά στοιχεία της ανθεκτικότητας του εθνικού συστήματος ανεφοδιασμού.
- Επίσης, η επιτυχής επανέναρξη της λειτουργίας του τερματικού σταθμού «Αμφιτρίτη» διασφαλίζει ότι η πτώση κατά 12% σε μηνιαία βάση (MoM) στο ΥΦΑ ήταν μια ελεγχόμενη προσαρμογή που σχετίζεται με τη συντήρηση και όχι μια αποτυχία της ασφάλειας εφοδιασμού.
Δυναμική της τομεακής ζήτησης και των εξαγωγών
Η κατανόηση των εξελίξεων στο σύστημα φυσικού αερίου της χώρας, με επίκεντρο την ανάγκη για ταυτόχρονη εξυπηρέτηση των εγχώριων ενεργειακών αναγκών και του αυξανόμενου ρόλου της Ελλάδας στις περιφερειακές εξαγωγές— είναι ζωτικής σημασίας για το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των υποδομών, τονίζει η έκθεση.
Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της εγχώριας κατανάλωσης, αντιπροσωπεύοντας το 62% των συνολικών ποσοτήτων εξόδου (~4,3 TWh). Ο τομέας αυτός σημείωσε αύξηση 12% σε μηνιαία βάση. Πρόκειται για μία απότομη άνοδο που αποδίδεται κυρίως στην αυξημένη ανάγκη για ψύξη τις πιο ζεστές μέρες του μήνα. Παρά τη μικρή μείωση κατά 3% σε ετήσια βάση στους όγκους από την αρχή του έτους (~25,8 TWh), η οποία οφείλεται στην αυξημένη διείσδυση της υδροηλεκτρικής ενέργειας την άνοιξη και στην περιορισμένη ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες (BESS), η ηλεκτροπαραγωγή με φυσικό αέριο παραμένει η ραχοκοκαλιά του ελληνικού δικτύου ρεύματος κατά τις περιόδους υψηλού φορτίου.
Σε αντίθεση με την αύξηση στην ηλεκτρική ενέργεια και τις εξαγωγές, η χρήση αερίου στη βιομηχανία σημείωσε μείωση 9% σε μηνιαία βάση, στα 0,6 TWh. Αυτή η πτώση συνδέεται με τη γεωπολιτική αστάθεια και τα υψηλότερα κόστη ως προς τη διατήρηση αποθεμάτων, τα οποία έχουν αρχίσει να αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητα των βιομηχανικών προϊόντων της Ελλάδος.
Η γεωγραφική κατανομή της ζήτησης και το «διάλειμμα» του καλοκαιριού
Η επέκταση των τοπικών δικτύων, κυρίως μέσω της Enaon EDA, αποτελεί κρίσιμο δείκτη για τη διείσδυση του φυσικού αερίου σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.
Η κατανάλωση παραμένει συγκεντρωμένη στα κύρια βιομηχανικά και διοικητικά κέντρα της χώρας. Η Αττική και η Κεντρική Ελλάδα συνεχίζουν να κυριαρχούν από κοινού, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στη συνολική κατανάλωση διανομής με περίπου 294 GWh. Σε ολόκληρο το ευρύτερο δίκτυο διανομής, η βιομηχανική χρήση παραμένει ο κύριος επιταχυντής της κατανάλωσης, αντιπροσωπεύοντας ένα κυρίαρχο μερίδιο 83% της συνολικής ζήτησης.
Ωστόσο, η έκθεση μεταφέρει ένα μάλλον οξύμωρο εύρημα σε ό,τι αφορά τις οικιακές συνδέεις.
Αφενός, παρατηρήθηκε ετήσια αύξηση 4% στα ενεργά Σημεία Παράδοσης, δηλαδή στα τελικά σημεία όπου καταλήγει το φυσικό αέριο για χρήση (π.χ. οικίες, εργοστάσιο), με 26.000 νέα σημεία. Ωστόσο, αυτά η αύξηση δεν συνεπάγεται και περισσότερη ζήτηση για αέριο, αφού η οικιακή κατανάλωση παρέμεινε σταθερή στα 3.792 GWh σε ετήσια βάση.
Σε αυτό έπαιξαν προφανώς ρόλο τόσο οι πληθωριστικές πιέσεις όσο και η μείωση στη ζήτηση για ζεστό νερό κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, καταλήγει η έκθεση.
Διαβάστε επίσης: Στροφή της Ελλάδας στο LNG – Στο 56% οι εισαγωγές υγροποιημένου αερίου



