
Η πρώτη κατοικία αποκτά νέα γραμμή άμυνας για οφειλέτες που θέλουν να ρυθμίσουν τα χρέη τους. Ο εξωδικαστικός μηχανισμός επιτρέπει πλέον την αξιοποίηση άλλων ακινήτων, ώστε να μειωθεί η οφειλή και να εξεταστεί η διατήρηση του σπιτιού όπου κατοικεί ο οφειλέτης. Από τον Ιούλιο του 2026 το κατώτατο όριο ένταξης έπεσε από τις 10.000 στις 5.000 ευρώ, ανοίγοντας τη διαδικασία και σε μικρότερες οφειλές. Η πρόσθετη πρόβλεψη για την κύρια κατοικία ισχύει από τις 21 Σεπτεμβρίου 2026. Η αίτηση όμως δεν χαρίζει αυτόματα προστασία, καθώς όλα κρίνονται από τη ρύθμιση που θα προκύψει και από το αν τηρηθεί στην πράξη.
Η βασική ιδέα είναι απλή, αλλά απαιτεί προσεκτικό χειρισμό. Αν κάποιος έχει, πέρα από την κύρια κατοικία του, ένα εξοχικό ή ένα οικόπεδο, μπορεί να τα χρησιμοποιήσει στη διαδικασία για να αποπληρώσει μέρος του χρέους. Έτσι μειώνει το υπόλοιπο και ζητά ρύθμιση για το ποσό που απομένει, με στόχο να μη χαθεί η κατοικία στην οποία διαμένει. Για παράδειγμα, οφειλέτης με χρέος 220.000 ευρώ, κύρια κατοικία αξίας 140.000 ευρώ, εξοχικό 70.000 ευρώ και οικόπεδο 30.000 ευρώ μπορεί να εξετάσει την πώληση των δύο τελευταίων ακινήτων. Οι αξίες αυτές δεν προδικάζουν το τελικό τίμημα ούτε τους όρους που θα δεχθούν οι πιστωτές.
Στον μηχανισμό μπορούν να εξετάσουν την ένταξή τους όσοι έχουν συνολικές οφειλές από 5.000 ευρώ και πάνω. Η διαδικασία καλύπτει χρέη προς το Δημόσιο, τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Η αίτηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά και η πρόταση ρύθμισης υπολογίζει στοιχεία όπως η περιουσία, το εισόδημα και η πραγματική δυνατότητα πληρωμής του οφειλέτη. Για χρέη προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία η αποπληρωμή μπορεί να φτάσει έως τις 240 δόσεις, ενώ για ορισμένες οφειλές προς χρηματοδοτικούς φορείς μπορεί να φτάσει έως τις 420 δόσεις. Όσο ο οφειλέτης πληρώνει κανονικά, οι πιστωτές σταματούν μέτρα όπως κατασχέσεις και πλειστηριασμούς, ενώ η απώλεια πληρωμών μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της ρύθμισης για τον αντίστοιχο πιστωτή.

