Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
· 13ος και 14ος μισθός
– Με τους μισθούς του 2025, δύο πρόσθετοι βασικοί μισθοί αντιστοιχούν σε 2.981 ευρώ για ΔΕ, 3.799 ευρώ για ΤΕ και 4.021 ευρώ για ΠΕ.
– Η σωρευτική μικτή διαφορά από την κατάργησή τους έως το 2025 προσεγγίζει, στο οικονομικό σενάριο της μελέτης, τις 37.000, 48.000 και 51.000 ευρώ αντίστοιχα.
– Μετά την απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του ΣτΕ, η επαναφορά τους βρίσκεται πλέον καθαρά στο πεδίο της νομοθετικής και δημοσιονομικής επιλογής.
· Η διετία 2016–2017 εξακολουθεί να παράγει απώλειες. Τα δύο αυτά έτη δεν προσμετρήθηκαν στη μισθολογική εξέλιξη.
Μέχρι 31.12.2025 η επιβεβαιωμένη μικτή απώλεια των τριών προφίλ έχει φθάσει τα 3.600 ευρώ για ΔΕ, 5.940 ευρώ για ΤΕ και 6.372 ευρώ για ΠΕ. Η χρονική υστέρηση συνεχίζεται μέχρι να κλείσει η διαφορά στα καταληκτικά ΜΚ.
· Οι υπερωρίες έχουν υποστεί διπλή υποβάθμιση. Το ανώτατο όριο της απογευματινής υπερωριακής εργασίας περιορίστηκε από 720 ώρες ετησίως το 2009 σε 240, ενώ η αμοιβή της ώρας πέρασε από το 1/200 στο 1/280 του βασικού μισθού.
Σήμερα τα τρία προφίλ της μελέτης αμείβονται με μόλις 5,49 ευρώ, 6,95 ευρώ και 7,35 ευρώ μικτά ανά ώρα αντίστοιχα.
Στο 40% οι υπερωρίες των δημοσίων έναντι των ιδιωτικών υπαλλήλων
· Για τον ίδιο μηνιαίο μισθό, η υπερωριακή ώρα στο Δημόσιο αξίζει περίπου το 42,5% της νόμιμης υπερωρίας στον ιδιωτικό τομέα. Στους ίδιους μισθούς των 1.538, 1.947 και 2.058 ευρώ, η νόμιμη υπερωρία του ιδιωτικού τομέα αντιστοιχεί σε 12,92, 16,35 και 17,29 ευρώ ανά ώρα. Δηλαδή περίπου 2,35 φορές περισσότερο.
· Δε χρειάζεται ούτε μία επιπλέον ώρα για να αλλάξει ριζικά η εικόνα. Αν διατηρηθεί το σημερινό όριο των 20 ωρών τον μήνα και αλλάξει μόνο ο τρόπος αμοιβής, ώστε η ίδια πρόσθετη ώρα να αποζημιώνεται με τον μηχανισμό της νόμιμης υπερωρίας του ιδιωτικού τομέα, η μέγιστη ετήσια μικτή αποζημίωση θα αυξανόταν περίπου κατά 135%: από 1.318 σε 3.101 ευρώ για τον ΔΕ, από 1.668 σε 3.924 ευρώ για τον ΤΕ και από 1.764 σε 4.150 ευρώ για τον ΠΕ.
Συγκριτικά με την Ευρώπη
· Η ελληνική υπερωρία βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση και στην ευρωπαϊκή σύγκριση. Η μελέτη εξέτασε δημόσια συστήματα σε Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Κύπρο. Στη Γερμανία καταγράφονται προσαυξήσεις 15%–30%, στη Γαλλία 25%–27%, στην Ιταλία 15%–50%, στην Κύπρο 50%–100%, ενώ στην Ισπανία η αντιστάθμιση σε χρόνο μπορεί να φθάνει στο 100%–150% επιπλέον. Στο συγκεκριμένο συγκριτικό δείγμα δεν εντοπίστηκε μηχανισμός αντίστοιχος με το ελληνικό 1/280 του βασικού μισθού χωρίς ποσοστιαία προσαύξηση για την απλή απογευματινή υπερωρία. Η μελέτη δεν γενικεύει το εύρημα στο σύνολο των κρατών της ΕΕ, αναδεικνύει όμως ένα πρόβλημα που απαιτεί άμεση επανεξέταση.
· Ακόμη και αν ένας υπάλληλος εξαντλούσε κάθε χρόνο το μέγιστο θεσμικά διαθέσιμο όριο υπερωριών, η απώλεια δεν καλύπτεται. Η πραγματική αξία της μέγιστης υπερωριακής αμοιβής έχει μειωθεί πάνω από 70% σε σχέση με το 2009. Στο θεωρητικό σενάριο πλήρους αξιοποίησης, η σωρευτική πραγματική απώλεια υπερωριακής δυνατότητας για το 2010–2025 προσεγγίζει τα 44.600 ευρώ για ΔΕ, 48.900 ευρώ για ΤΕ και 51.200 ευρώ για ΠΕ.
Και μέσα σε αυτή την εικόνα εμφανίζεται η ΠΟΣΥΠΟ εμφανίζει ακόμη ένα εύρημα που δεν μπορεί να μείνει έξω από τη συζήτηση για τις δημοσιονομικές προτεραιότητες.
– Το 2025, η οριζόντια αύξηση των 30 ευρώ τον μήνα στους δημοσίους υπαλλήλους είχε δημοσιονομικό κόστος 215 εκατ. ευρώ μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές.
– Την ίδια χρονιά, η έρευνα Consultocracy καταγράφει 613 συμβουλευτικές συμβάσεις αξίας 585,5 εκατ. ευρώ.
– Η μέση καταγεγραμμένη συμβουλευτική αξία ανά σύμβαση προσεγγίζει τις 955.000 ευρώ, ενώ το 2024 είχε ξεπεράσει το 1 εκατ. ευρώ ανά σύμβαση.
– Τα 585,5 εκατ. ευρώ είναι περίπου 2,72 φορές το συνολικό κόστος της αύξησης των 30 ευρώ.
Η σύγκριση αφορά την κλίμακα των πόρων. Η συμβασιοποιημένη αξία των συμβουλευτικών υπηρεσιών και η ετήσια μισθολογική δαπάνη έχουν διαφορετική λογιστική φύση. Επίσης, η μελέτη δεν αντιμετωπίζει συλλήβδην την εξωτερική τεχνογνωσία ως περιττή. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες είναι αναγκαία.
«Όταν όμως εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται στην αγορά συμβουλευτικών υπηρεσιών, η ίδια δημοσιονομική αυστηρότητα που εφαρμόζεται στους μισθούς πρέπει να εφαρμόζεται και εκεί: ποια ανάγκη καλύπτεται, γιατί δεν μπορεί να καλυφθεί από τις υπηρεσίες, ποιο είναι το κόστος, ποιο το παραδοτέο, ποιο το μετρήσιμο αποτέλεσμα και πόση τεχνογνωσία παραμένει τελικά στο Δημόσιο»;
Για τον ΠΑΝΣΥΠΟ, τα στοιχεία οδηγούν πλέον σε συγκεκριμένη ατζέντα.
Η αναγνώριση της διετίας 2016–2017 πρέπει να εξεταστεί άμεσα και να κοστολογηθεί. Η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού αποτελεί μετά την απόφαση του ΣτΕ καθαρή πολιτική και νομοθετική επιλογή. Ο τρόπος αμοιβής της υπερωριακής εργασίας χρειάζεται συνολική αναμόρφωση, με κατάργηση της σημερινής εξαιρετικά χαμηλής αποτίμησης της ώρας. Και κάθε νέα μισθολογική πολιτική πρέπει να αξιολογείται με βάση την πραγματική αγοραστική δύναμη και όχι μόνο την ονομαστική μεταβολή του βασικού μισθού.
Η συζήτηση για τους δημοσίους υπαλλήλους δεν μπορεί να συνεχίζεται σαν να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα αμοιβών.
Προηγήθηκαν δεκαέξι χρόνια περικοπών, χαμένων παροχών, παγωμένης μισθολογικής εξέλιξης, συρρίκνωσης της πρόσθετης αμοιβής και μιας αύξησης του κόστους βασικών αναγκών κατά 44,8%.
Οι αυξήσεις των τελευταίων ετών καταγράφονται. Το ίδιο όμως καταγράφονται και οι απώλειες που δεν ανακτήθηκαν, η διετία που εξακολουθεί να κοστίζει, οι δύο μισθοί που χάθηκαν, η υπερωριακή ώρα που αποτιμάται χαμηλότερα από συγκρίσιμα καθεστώτα και η πραγματική αγοραστική δύναμη που παραμένει αισθητά κάτω από το 2009.
Σύμφωνα με την ΠΑΝΣΥΠΟ «Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε μεμονωμένες αυξήσεις και ονομαστικά ποσά. Χρειάζεται συνολικός απολογισμός και καθαρές πολιτικές επιλογές».
Και απαντήσεις στα εξής ερωτήματα:
– Πόσο από το εισόδημα που χάθηκε έχει πράγματι αποκατασταθεί;
– Πόσο αποτιμά σήμερα το κράτος την πρόσθετη εργασία των υπαλλήλων του;
– Ποια είναι η πραγματική αξία του μισθού απέναντι στο κόστος ζωής;
– Και ποιες δαπάνες θεωρεί τελικά προτεραιότητα;
Αυτά είναι πλέον τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν στη Βουλή, στον δημόσιο διάλογο και στις επόμενες αποφάσεις για τη μισθολογική πολιτική, σύμφωνα με την ΠΟΣΥΠΟ.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ καταθέτει τα στοιχεία. Η Πολιτεία οφείλει πλέον να καταθέσει τις απαντήσεις.
«Δεκαέξι χρόνια μετά το 2009, η μισθολογική αποκατάσταση δεν μπορεί να παραπέμπεται διαρκώς στο μέλλον» καταλήγει ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων.


