
Τα 62 χρόνια δεν ανοίγουν από μόνα τους την πόρτα της πλήρους σύνταξης όταν ο ασφαλισμένος έχει 37 χρόνια ασφάλισης. Για έναν παλαιό ασφαλισμένο, δηλαδή για όποιον ασφαλίστηκε για πρώτη φορά πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, το κρίσιμο σημείο είναι αν έχει συμπληρώσει τα απαιτούμενα έτη που προβλέπει η διάταξη στην οποία θέλει να υπαχθεί. Με τους γενικούς κανόνες, πλήρης σύνταξη στα 62 χορηγείται όταν υπάρχουν 40 χρόνια ασφάλισης, δηλαδή 12.000 ημέρες. Αν κάποιος έχει 37 χρόνια, του λείπουν τρία χρόνια για να φτάσει το όριο της 40ετίας. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί είτε να συνεχίσει την εργασία του είτε να εξετάσει αν μπορεί να αναγνωρίσει πλασματικό χρόνο, ώστε να καλύψει το κενό.
Οι πλασματικοί χρόνοι μπορεί να προέρχονται, ανά περίπτωση, από στρατιωτική θητεία, σπουδές, χρόνο παιδιών, επιδοτούμενη ανεργία ή ασθένεια. Η αναγνώριση δεν συμφέρει πάντα με τον ίδιο τρόπο όλους. Χρειάζεται έλεγχος στο ασφαλιστικό ιστορικό, στο πρώην ταμείο και στο κόστος εξαγοράς, γιατί επηρεάζει τόσο την ημερομηνία συνταξιοδότησης όσο και το ποσό της σύνταξης. Για τους παλαιούς ασφαλισμένους υπάρχουν και μεταβατικές διατάξεις, κυρίως σε περιπτώσεις που είχαν συμπληρωθεί συγκεκριμένα έτη ασφάλισης πριν από τις αλλαγές του 2015. Εκεί μπορεί να προκύπτει χαμηλότερο όριο ηλικίας ή διαφορετική διαδρομή εξόδου. Όμως η 37ετία από μόνη της, χωρίς να εξεταστεί πότε συμπληρώθηκε και σε ποιο ταμείο, δεν αρκεί για ασφαλές συμπέρασμα.
Η μειωμένη σύνταξη στα 62 αποτελεί άλλη επιλογή, αλλά συνοδεύεται από μείωση στο ποσό και δεν ταυτίζεται με την έξοδο με 40 χρόνια. Για αυτό ο ασφαλισμένος πρέπει να ελέγξει τρία στοιχεία: Πρώτη ασφάλιση, συνολικό χρόνο και δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικών ετών. Μόνο έτσι μπορεί να φανεί αν βγαίνει άμεσα ή αν χρειάζεται επιπλέον χρόνος ασφάλισης.
