Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Στο επίκεντρο μιας νέας δημοσιονομικής και πολιτικής καταιγίδας βρίσκεται η Γαλλία, καθώς το υψηλό δημόσιο χρέος συναντά την προεκλογική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών της άνοιξης του 2027. Η κυβέρνηση, χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καλείται να περάσει τον προϋπολογισμό, σε μια προσπάθεια να καθησυχάσει τις αγορές ομολόγων, την ώρα που δέχεται πιέσεις τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά.
Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό, καθώς το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη, ενώ οι δύο πολιτικοί πόλοι που προηγούνται στις δημοσκοπήσεις προτείνουν προγράμματα με σημαντικές αυξήσεις δαπανών. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει, άλλωστε, ότι η έντονη κοινωνική και πολιτική πίεση συχνά οδηγεί τις γαλλικές κυβερνήσεις σε υποχώρηση από δύσκολες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Το μέτωπο του προϋπολογισμού
Από τις βουλευτικές εκλογές του 2024, που οδήγησαν σε κοινοβούλιο χωρίς απόλυτη πλειοψηφία, η διαδικασία ψήφισης του ετήσιου προϋπολογισμού έχει μετατραπεί σε βασική πηγή πολιτικής αστάθειας. Οι δύο προηγούμενοι πρωθυπουργοί αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν όταν οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό κατέρρευσαν.
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έχει ζητήσει από τους βουλευτές να εγκρίνουν τον προϋπολογισμό του 2027 πριν από τις προεδρικές εκλογές, προειδοποιώντας ότι δεν πρέπει να προστεθεί «δημοσιονομική αβεβαιότητα» στις ήδη υπάρχουσες αβεβαιότητες. Παράλληλα, έχει καταστήσει σαφές ότι οι αγορές παρακολουθούν στενά την προεκλογική διαδικασία.
Ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ έχει προτείνει το πάγωμα μέρους των συνταξιοδοτικών δαπανών το 2027, με στόχο «μαζικές εξοικονομήσεις». Ο Λεκορνί έχει δεσμευτεί ότι το νομοσχέδιο του προϋπολογισμού, που αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή στις αρχές Οκτωβρίου, θα περιλαμβάνει «μεγάλες περικοπές δαπανών». Ωστόσο, οι λεπτομέρειες του σχεδίου παραμένουν περιορισμένες.
Το spread Γαλλίας – Γερμανίας διευρύνεται
Οι αγορές ανησυχούν πλέον για έναν φαύλο κύκλο μεταξύ της προεκλογικής περιόδου και της δημοσιονομικής αντιπαράθεσης. Οι επενδυτές επανεκτιμούν καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού το ασφάλιστρο κινδύνου των γαλλικών κρατικών ομολόγων.
Η διαφορά απόδοσης μεταξύ των 10ετών γαλλικών ομολόγων και των αντίστοιχων γερμανικών Bunds διευρύνθηκε για τρίτο συνεχόμενο μήνα, φτάνοντας περίπου τις 88 μονάδες βάσης, στο υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2024.
Ο Κέβιν Τόζετ, επικεφαλής της Carmignac, εκτιμά ότι το spread θα μπορούσε εύκολα να κινηθεί προς τις 100 μονάδες βάσης, αφήνοντας παράλληλα περιθώριο για ακόμη μεγαλύτερη διεύρυνση. Η Carmignac διαχειρίζεται περίπου 44 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό για τις αγορές είναι το γεγονός ότι, παρά το υψηλότερο χρέος της Ιταλίας, οι πολιτικές αμφιβολίες για τη Γαλλία έχουν οδηγήσει κατά διαστήματα τις αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων πάνω από τις ιταλικές. Πρόσθετη πίεση ασκεί και η μεταβλητότητα στην αγορά αμερικανικών κρατικών τίτλων, καθώς οι αναταράξεις στα αμερικανικά ομόλογα συχνά μεταδίδονται και στις υπόλοιπες μεγάλες αγορές χρέους.
Στο μικροσκόπιο και η πιστοληπτική αξιολόγηση
Επιφυλακτικοί εμφανίζονται και οι οίκοι αξιολόγησης. Η Fitch αναμένεται να επικαιροποιήσει σύντομα την αξιολόγησή της για τη Γαλλία, έχοντας ήδη υποβαθμίσει πριν από έναν χρόνο την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του «A+».
Ο Κρίστοφερ Ντέμπικ, senior investment advisor της Pictet, δηλώνει ιδιαίτερα απαισιόδοξος για την ικανότητα τόσο του σημερινού όσο και του επόμενου προέδρου να προχωρήσει στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη μείωση του ελλείμματος.
Βαρύ το πρόγραμμα αναχρηματοδότησης
Την ίδια στιγμή, το γαλλικό Δημόσιο βρίσκεται αντιμέτωπο με σημαντικές ανάγκες αναχρηματοδότησης. Η κυβέρνηση πρέπει όχι μόνο να περιορίσει το φετινό δημοσιονομικό έλλειμμα, με στόχο τη μείωσή του στο 5% του ΑΕΠ από 5,1% πέρυσι, αλλά και να εκδώσει νέο χρέος τα επόμενα πέντε χρόνια προκειμένου να αποπληρώσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ ομολόγων που εκδόθηκαν την περίοδο της πανδημίας με εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια.
Το περιβάλλον αυτό έχει πλέον ανατραπεί. Το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στη Γαλλία καθιστούν ακόμη δυσκολότερη την επίτευξη πιο φιλόδοξων στόχων για το έλλειμμα το 2027.
Το διεθνές περιβάλλον δεν βοηθά. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, από τις ΗΠΑ έως την Ιαπωνία, έχουν βρεθεί πρόσφατα σε υψηλά πολλών δεκαετιών, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για τη διόγκωση του δημόσιου χρέους.
Οι εκλογές του 2027
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι προεδρικές εκλογές του 2027 ενδέχεται να εξελιχθούν σε αναμέτρηση μεταξύ του επικεφαλής της ριζοσπαστικής Αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν και της ηγέτιδας της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν. Οι μετρήσεις δείχνουν μάλιστα ότι η Λεπέν θα μπορούσε να επικρατήσει σχετικά άνετα απέναντι στους αντιπάλους της, αν και οι γαλλικές προεδρικές εκλογές έχουν ιστορικό ανατροπών στην τελική ευθεία.
Τα οικονομικά προγράμματα των δύο πολιτικών προκαλούν ανησυχία στις αγορές. Ο Μελανσόν έχει ταχθεί υπέρ της ακύρωσης του χρέους που διακρατεί η κεντρική τράπεζα, ενώ η Λεπέν υποστηρίζει τη μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 60 έτη για ορισμένες κατηγορίες πολιτών.
Ο Ντέιβιντ Ζαν, επικεφαλής ευρωπαϊκού fixed income στη Franklin Templeton, επισημαίνει ότι, παρά τις πολλές μεταβλητές, η μέχρι τώρα πορεία της προεκλογικής εκστρατείας δείχνει προς μια πιο χαλαρή δημοσιονομική πολιτική. Όπως σημειώνει, σχεδόν κανένας υποψήφιος δεν έχει θέσει ως βασικό προεκλογικό στόχο τη «διόρθωση του δημοσιονομικού ελλείμματος» ή τη «μείωση του λόγου χρέους».
ΠΗΓΗ: ot.gr


