Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Το μακροπρόθεσμο κόστος δανεισμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως την Ιαπωνία και τη Γερμανία και γενικά τις ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη αυξήθηκε στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών, καθώς, σύμφωνα με κορυφαίους αναλυτές, οι αγορές ομολόγων εισέρχονται σε μια εποχή όπου οι προοπτικές για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια είναι αβέβαιες και οι κίνδυνοι μεγαλύτεροι, καθώς οι πολιτικές του Τραμπ – από τους δασμούς έως τον πόλεμο – ανατρέπουν την παγκόσμια τάξη.
Διαχειριστές κεφαλαίων εκτιμούν πως η εποχή του φθηνού χρήματος, των χαμηλών επιτοκίων αλλά και του ελεγχόμενου πληθωρισμού, που κυριάρχησε μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, έχει πλέον φθάσει στο τέλος της.
Οι αποδόσεις των ομολόγων σημείωσαν οριακή αποκλιμάκωση μετά την ανακοίνωση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών την Τετάρτη ότι θα διπλασιάσει το μέγεθος των επαναγορών που πραγματοποιεί για τη στήριξη της ρευστότητας (από τα 2 δισ. στα 4 δισ. δολ.), εστιάζοντας σε μακροπρόθεσμα ομόλογα διάρκειας 10 έως 30 ετών.
Ωστόσο, η εικόνα αντιστράφηκε την περασμένη εβδομάδα, καθώς για τους αναλυτές μία τέτοια κίνηση σε μια αγορά που ξεπερνά τα 30 τρισ. δολ. δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά μοιάζει περισσότερο με ένα απλό φάρμακο, καθώς συνολικά το κόστος δανεισμού έχει εκτοξευτεί τα τελευταία χρόνια και οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου χρειάζονται τεράστια ποσά για να χρηματοδοτήσουν σημαντικές μεγα-τάσεις που κυριαρχούν στη νέα εποχή:
α. Τεχνητή Νοημοσύνη: Οι τεχνολογικοί γίγαντες, οι αποκαλούμενοι hyperscalers, δανείζονται τεράστια ποσά για να χρηματοδοτήσουν κέντρα δεδομένων (data centers), τσιπ και υποδομές ενέργειας, με αποτέλεσμα να καθίστανται άμεσοι ανταγωνιστές με τις κυβερνήσεις και άλλους δανειολήπτες που αναζητούν επενδυτικά κεφάλαια.
β. Δημογραφικά στοιχεία: Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ένα αυξανόμενο κόστος για συντάξεις, υγειονομική περίθαλψη και άλλα επιδόματα, καθώς οι κοινωνίες των χωρών τους, ειδικά στον ανεπτυγμένο κόσμο, γερνούν ασκώντας μεγαλύτερη πίεση στα ήδη πιεσμένα δημόσια οικονομικά.
γ. Γεωπολιτικό χάος: Οι πόλεμοι και η γεωπολιτική αστάθεια αναγκάζουν τις χώρες να στραφούν στην αύξηση των αμυντικών τους δαπανών, ενώ αυξάνεται επιτακτικά και η ανάγκη της χρηματοδότησης και δημιουργίας νέων (και πιο ασφαλών) ενεργειακών υποδομών.
Συμπερασματικά, δηλαδή, ο κόσμος προσπαθεί να χρηματοδοτήσει μερικές από τις πιο ακριβές και φιλόδοξες ανάγκες του εδώ και δεκαετίες, ακριβώς τη στιγμή που το φθηνό χρήμα δείχνει να αποτελεί παρελθόν. Ακριβότερο χρήμα, όμως, σημαίνει πως οι επιχειρήσεις θα επενδύουν και θα προσλαμβάνουν λιγότερο, οι κυβερνήσεις θα έχουν μικρότερο δημοσιονομικό χώρο για να ξοδέψουν και τα νοικοκυριά θα πληρώνουν περισσότερα για να αποκτήσουν σπίτια, αυτοκίνητα κ.ά.
«Οι αγορές απαιτούν υψηλότερα ασφάλιστρα για τη διακράτηση μακροπρόθεσμου δημόσιου χρέους» ανέφεραν αναλυτές επενδυτικών τραπεζών, τη στιγμή που οι κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο εισέρχονται σε μια νέα εποχή υψηλότερου κόστους δανεισμού, έχοντας ήδη βυθιστεί στο χρέος, με αποτέλεσμα περισσότερα έσοδα να διατεθούν για πληρωμές τόκων, καθώς το παλιό χρέος θα αναχρηματοδοτείται με υψηλότερα επιτόκια.
Ο κίνδυνος είναι ένας φαύλος κύκλος: Μεγαλύτερες πληρωμές τόκων προσθέτουν στα ελλείμματα και στις ανάγκες δανεισμού, εισάγοντας ακόμη περισσότερα ομόλογα σε μια αγορά που ήδη κατακλύζεται από χρέος. Η μέση απόδοση εξάλλου του παγκόσμιου δείκτη αναφοράς κρατικών ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας έχει εκτιναχθεί σχεδόν στο 4,5%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2015, ενώ οι αποδόσεις των 10ετών κρατικών ομολόγων των χωρών του G7 αυξήθηκαν κατά 180-380 μονάδες βάσης από τις αρχές του 2022, φθάνοντας σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα, μόλις μερικά χρόνια μετά τη χρεοκοπία, δανείζεται πλέον σήμερα για 5 χρόνια, για 10 χρόνια, αλλά και για 30 χρόνια, φθηνότερα από την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ.
Το ελληνικό χαρτοφυλάκιο είναι καλά θωρακισμένο στις αυξήσεις των επιτοκίων, με αποτέλεσμα το κόστος εξυπηρέτησής του να είναι προβλέψιμο και ιδιαίτερα χαμηλό για τα επόμενα χρόνια, γεγονός που δίνει ανάσα στην ελληνική οικονομία, με τον μέσο σταθμικό δείκτη της φυσικής διάρκειας του χρέους είναι περίπου στα 19 έτη.
Η διαχείριση του ΟΔΔΗΧ έχει τη στήριξη των διεθνών επενδυτών και με βάση τις τελευταίες κινήσεις, στο τέλος του 2026, η Ελλάδα δεν θα είναι πια η πλέον υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης, αφήνοντας τη θέση της στην Ιταλία, και προς τα τέλη της τρέχουσας δεκαετίας θα είναι η τέταρτη χώρα με το μεγαλύτερο χρέος, ενώ προς τα μέσα της δεκαετίας του 2030 το ύψος του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ θα υποχωρήσει κάτω από το φράγμα του 100%, που θεωρείται και το πρώτο σημείο ισορροπίας για τη βιωσιμότητά του.
Οι πρόωρες αποπληρωμές
Στο πλαίσιο αυτό, το 2026 ο ΟΔΔΗΧ προχωρά συνολικά σε πρόωρες αποπληρωμές χρέους 12,84 δισ. ευρώ, που αφορούν την αποπληρωμή διμερών δανείων του GLF τον περασμένο Ιούνιο ύψους 6,94 δισ. ευρώ, τη μείωση του ύψους των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου κατά 1,2 δισ. ευρώ, την επικείμενη πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ, καθώς και την επικείμενη πρόωρη εξόφληση ομολογιακού δανείου του Ελληνικού Δημοσίου ύψους περίπου 2,2 δισ. ευρώ, λήξης Δεκεμβρίου 2027. Το ετήσιο όφελος που προκύπτει για το Δημόσιο μόνο από την αποπληρωμή αυτή, λόγω της μείωσης των δαπανών τόκων, ανέρχεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ, ενώ κατά τη διάρκεια των επτά ετών ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ.
Η πρόσφατη αναβάθμιση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας από «σταθερές» σε «θετικές», διατηρώντας την αξιολόγηση του ελληνικού αξιόχρεου σε BBB τόσο σε ξένο όσο και σε εγχώριο νόμισμα από τον ιαπωνικό οίκο Rating and Investment Information, Inc. (R&I), αυξάνει τις προσδοκίες για ανάλογες κινήσεις και από άλλους οίκους. Η DBRS Morningstar αξιολογεί την ελληνική οικονομία στις 4.9.2026, η Scope Ratings στις 18.9.2026, η Standard and Poor’s στις 23.10.2026 και η Fitch στις 6.11.2026.
Οι πρόωρες αποπληρωμές (36 δισ. ευρώ ως το 2025 και 12,86 δισ. το 2026) των συνολικών διμερών δανείων του πρώτου μνημονίου (52,9 δισ. ευρώ) θα ολοκληρωθούν έως το 2031, αντί του αρχικού πλάνου για το 2041, με τη Scope Ratings να «βλέπει» πως τη χρονιά εκείνη το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει στο 107% του ΑΕΠ έναντι 135% της Ιταλίας, 127% της Γαλλίας και 120% του Βελγίου αντίστοιχα, από το 136,8% στο τέλος του 2026 (έναντι 138,6% του ΑΕΠ της Ιταλίας).
Θα πρέπει να σημειωθεί, όπως διευκρινίζει το υπουργείο Οικονομικών, πως η πρόωρη αποπληρωμή χρέους αποτελεί χρηματοοικονομική, δηλαδή ταμειακή, συναλλαγή και όχι δημοσιονομική, καθώς απομειώνει μελλοντικές υποχρεώσεις της χώρας. Σύμφωνα με τους κανόνες της Eurostat, η χρηματοοικονομική συναλλαγή δεν προσμετράται ούτε στο πρωτογενές πλεόνασμα ούτε στο συνολικό έλλειμμα ούτε στους στόχους δαπανών.
Αντίθετα, οι δημόσιες δαπάνες αποτελούν δημοσιονομικές συναλλαγές, οι οποίες και μειώνουν το πλεόνασμα ή αυξάνουν το συνολικό έλλειμμα, προσμετρώνται στον στόχο δαπανών και αυξάνουν επίσης το δημόσιο χρέος της χώρας.
Το πετρέλαιο και τα τρία σενάρια της Oxford Economics
Παράλληλα, με τις τιμές πάνω από τα 90 δολ./βαρέλι, η πετρελαϊκή αγορά συμπεριφέρεται ολοένα και περισσότερο σαν οι αναταραχές στον ενεργειακό εφοδιασμό από τη Μέση Ανατολή να μην αποτελούν ένα προσωρινό σοκ, αλλά μια νέα πραγματικότητα, ενώ ο πόλεμος έχει ωθήσει την παγκόσμια βιομηχανία διύλισης πετρελαίου στο χείλος του γκρεμού, σηματοδοτώντας ότι οι τιμές του ντίζελ και της βενζίνης ενδέχεται να παραμείνουν υψηλές για χρόνια.
Αυτή η ήδη δυσάρεστη κατάσταση για τις αγορές πετρελαίου – και τα κρατικά ομόλογα που πιέζονται από τον πληθωρισμό – θα γίνει ακόμη πιο τεταμένη καθώς πλησιάζει ο χειμώνας. Η αγορά μπορεί να μη φοβάται πλέον μια άμεση κατάρρευση των αποθεμάτων, αλλά ούτε αναμένει μια γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα. Η Oxford Economics κατάρτησε τρία σενάρια για την πορεία του πετρελαίου:
• Βασικό: Η σύγκρουση με διαδοχικές εξάρσεις και υφέσεις συνεχίζεται και το 2027. Η αναταραχή στις ροές μέσω των Στενών παραμένει, αλλά βελτιώνονται σταδιακά μέσω των, κατά διαστήματα, διελεύσεων και των εναλλακτικών διαδρομών. Οι τιμές παραμένουν ευμετάβλητες και επηρεάζονται έντονα από τις ειδήσεις. Διαμορφώνονται κατά μέσο όρο κοντά στα 85 δολάρια ανά βαρέλι στο τέλος του 2026. Η αναταραχή από την πλευρά της προσφοράς μειώνεται σταδιακά καθώς διευρύνονται οι εναλλακτικές λύσεις. Οι υπόλοιπες απώλειες απορροφώνται από τις χαμηλές κινεζικές εισαγωγές, τις μειώσεις των αποθεμάτων, την περιορισμένη μείωση της ζήτησης και την αύξηση της παραγωγής.
• Καθοδικό: Μια βιώσιμη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποκαθιστά τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ και της Ερυθράς Θάλασσας. Οι τιμές υποχωρούν απότομα, καθώς η αγορά προεξοφλεί τη διατηρήσιμη επάνοδο της προσφοράς του Κόλπου. Δημιουργείται σημαντικό πλεόνασμα καθώς η προσφορά του Κόλπου ανακάμπτει ταχύτερα από τη ζήτηση και οι υπόλοιποι παραγωγοί προσαρμόζονται στις χαμηλότερες τιμές.
• Ανοδικό: Η σύγκρουση κλιμακώνεται, προκαλώντας ζημιές στις ενεργειακές υποδομές και περαιτέρω αναταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ και της Ερυθράς Θάλασσας. Οι τιμές αυξάνονται πολύ πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι. Το ύψος και η διάρκεια της ανόδου εξαρτώνται από την έκταση και τη διάρκεια των ζημιών στις υποδομές και της διαταραχής στη ναυσιπλοΐα. Οι πρόσθετες απώλειες προσφοράς απαιτούν μεγαλύτερη αποδέσμευση αποθεμάτων και εντονότερη μείωση ζήτησης, προκαλώντας σημαντική αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομία.


