
Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ, το οποίο ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια, παύει να αποτελεί αποκλειστικά αμερικανικό πρόβλημα. Η απότομη άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων διεθνώς δείχνει ότι οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική πορεία της Ουάσινγκτον μεταδίδονται στις παγκόσμιες αγορές και ιδιαίτερα στην Ευρώπη.
Πόλεμοι, δημογραφικές πιέσεις και οι τεράστιες επενδυτικές ανάγκες της τεχνητής νοημοσύνης αυξάνουν τη ζήτηση για κεφάλαια, την ώρα που οι κυβερνήσεις χρειάζονται περισσότερο δανεισμό. Έτσι, οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται να ανταγωνιστούν τις ΗΠΑ —και τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς— για το ίδιο παγκόσμιο απόθεμα αποταμιεύσεων.
Η πίεση είναι ήδη εμφανής: η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου έφθασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011, ενώ το αμερικανικό 30ετές βρέθηκε σε υψηλό 19 ετών.
Η μεταφορά της πίεσης στην Ευρώπη και η αλλαγή στο κόστος
Όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις των αμερικανικών Treasuries, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να τοποθετηθούν σε άλλες αγορές. Αυτό μεταφράζεται σε ακριβότερο κρατικό δανεισμό στην Ευρώπη, αλλά και σε υψηλότερο κόστος για στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια.
Το timing είναι εξαιρετικά δύσκολο, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να χρηματοδοτήσουν αμυντικές δαπάνες, συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις, την πράσινη μετάβαση και τις συνέπειες των πολέμων σε Ιράν και Ουκρανία. Το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης έχει αυξηθεί από περίπου 66% του ΑΕΠ το 2007 σε σχεδόν 88%, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προβλέπει νέα άνοδο.
Η εποχή των μηδενικών επιτοκίων έχει τελειώσει. Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού λόγω των ενεργειακών πιέσεων του πολέμου στο Ιράν οδήγησε την ΕΚΤ σε αύξηση επιτοκίων φέτος, ενώ ο Ντέιβιντ Ρις της Schroders εκτιμά ότι μπορεί να ακολουθήσουν δύο ακόμη αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης έως το τέλος του έτους. Συνεπώς, χρέος που εκδόθηκε πριν από μία δεκαετία σχεδόν χωρίς κόστος πρέπει πλέον να αναχρηματοδοτηθεί με πολύ ακριβότερους όρους.
Η Γαλλία στη «ζώνη κινδύνου» και τα περιθώρια αντοχής
Η μεγαλύτερη ανησυχία εντοπίζεται στη Γαλλία, όπου η αδυναμία περιορισμού των ελλειμμάτων έχει διαβρώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, με τις αγορές να απαιτούν υψηλότερη απόδοση ακόμα και σε σύγκριση με τα ιταλικά ομόλογα. Σύμφωνα με την INSEE, οι δαπάνες της Γαλλίας για τόκους ενδέχεται να υπερτετραπλασιαστούν —από 30 δισ. ευρώ το 2020 σε 124 δισ. ευρώ το 2030— στερώντας πόρους από την υγεία, την άμυνα και τις επενδύσεις.
Η άνοδος των αποδόσεων αποτελεί τον αμείλικτο λογαριασμό δέκα ετών μακρονισμού.
Η δήλωση αυτή της Μαρίν Λεπέν αποτυπώνει την πολιτική διάσταση που λαμβάνει το ζήτημα ενόψει εκλογών. Παρόλα αυτά, η Ευρώπη δεν βρίσκεται άμεσα μπροστά σε μια νέα κρίση χρέους, καθώς το συνολικό έλλειμμα της Ευρωζώνης παραμένει στο μισό του αντίστοιχου των ΗΠΑ, ενώ η Ισπανία και η Ιταλία εμφανίζουν σχετική ανθεκτικότητα.
Με τα σημερινά επίπεδα χρέους και ελλείμματος, ορισμένες οικονομίες μπορεί να έχουν ήδη εισέλθει σε μια ζώνη κινδύνου, όπου η εξέλιξη εξαρτάται από την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Όπως προειδοποίησε ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Ολιβιέ Μπλανσάρ, όσο οι ΗΠΑ απορροφούν κεφάλαια για το χρέος των 40 τρισ. δολαρίων, οι υπερχρεωμένες ευρωπαϊκές οικονομίες θα βιώνουν συνεχή πίεση στο κόστος ανανεώσεως των ομολόγων τους.

