
Το χαρτζιλίκι μέσω IRIS δεν μπαίνει αυτομάτως στο στόχαστρο της Εφορίας. Η ΑΑΔΕ έδωσε διευκρινίσεις για τις μεταφορές χρημάτων ανάμεσα σε συγγενείς, μετά τη συζήτηση που άνοιξε γύρω από ελέγχους σε τραπεζικές κινήσεις. Το βασικό μήνυμα είναι καθαρό: Τα μικροποσά δεν αντιμετωπίζονται από μόνα τους ως ύποπτες δωρεές.
Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις, μεταφορές χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, είτε γίνονται μέσω IRIS είτε με άλλο τρόπο, δεν προκαλούν ιδιαίτερο φορολογικό ενδιαφέρον όταν αφορούν μικρά ποσά. Η εικόνα αλλάζει μόνο αν οι ελεγκτικές υπηρεσίες εντοπίσουν επαναλαμβανόμενες κινήσεις που δείχνουν καταχρηστική πρακτική ή προσπάθεια να εμφανιστούν μεγαλύτερες μεταβιβάσεις ως απλές καθημερινές συναλλαγές.
Η ΑΑΔΕ επιμένει ότι αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για ποσά που δίνουν γονείς ή παππούδες σε παιδιά και εγγόνια για καθημερινές ανάγκες. Τέτοιες κινήσεις μπορεί να αφορούν έξοδα φοιτητών, μικρές αγορές, μετακινήσεις ή το συνηθισμένο χαρτζιλίκι. Δεν σημαίνει, λοιπόν, ότι κάθε μεταφορά λίγων ευρώ μέσα στην οικογένεια ανοίγει φορολογικό φάκελο.
Οι διευκρινίσεις συνδέθηκαν και με την υπόθεση φοιτήτριας από την Εύβοια, η οποία είχε λάβει χρήματα από τον παππού της. Η ΑΑΔΕ αναφέρει ότι ο έλεγχος δεν ξεκίνησε εξαιτίας του χαρτζιλικιού προς την εγγονή, αλλά εντάχθηκε σε ευρύτερο έλεγχο προσώπων. Ο φόρος δωρεάς που καταλογίστηκε αφορούσε ποσό το οποίο είχε δοθεί πριν ισχύσει η απαλλαγή για χρηματικές δωρεές έως 800.000 ευρώ.
Κατά την Αρχή, ο καταλογισμός βασίστηκε σε δήλωση που είχε υποβάλει η ίδια η ελεγχόμενη. Η φορολογική νομοθεσία προβλέπει ότι τέτοιες δηλώσεις δεν ανακαλούνται εκ των υστέρων μέσω ενδικοφανούς προσφυγής στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών. Στην υπόθεση γίνεται αναφορά και στην απόφαση ΔΕΔ 1798/2026.
Για μεγαλύτερα ποσά, οι φορολογούμενοι πρέπει να εξετάζουν τον χρόνο της μεταφοράς, τη συγγενική σχέση και τον τρόπο δήλωσης. Για μικρές οικογενειακές ενισχύσεις, η ΑΑΔΕ δηλώνει ότι δεν υπάρχει αυτόματος λόγος ελέγχου μόνο επειδή η πληρωμή έγινε ηλεκτρονικά.


