
Τη δυνατότητα να διαχωρίσουν τη φορολογική τους σχέση οι σύζυγοι, δίνει και εφέτος η εφορία. Διατηρούν έτσι ο καθένας το προσωπικό του φορολογικό απόρρητο (ιδίως σε ό,τι αφορά στα πεδία για τυχόν προσωπικούς αποταμιευτικούς λογαριασμούς ή άλλα περιουσιακά στοιχεία) υποβάλλοντας χωριστά τη φορολογική του δήλωση, αντί να συμπληρώσουν και να συνυποβάλουν κοινό Ε1 και για τους δυο μαζί.
Αυτό, πλέον, δεν ισχύει ως κίνητρο. Η ΑΑΔΕ εκδίδει χωριστά εκκαθαριστικά σημειώματα ακόμη και στις κοινές δηλώσεις, πιστώνοντας ή χρεώνοντας τον κάθε σύζυγο ατομικά. Επομένως, ο φόβος του συμψηφισμού είναι αβάσιμος στην πλειονότητα των περιπτώσεων.
2. Η παγίδα των Τεκμηρίων
Αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για να μην επιλεγεί χωριστή δήλωση. Στην κοινή δήλωση, το εισόδημα του ενός συζύγου μπορεί να καλύψει τα τεκμήρια διαβίωσης (σπίτια, αυτοκίνητα, δάνεια) του άλλου. Ενώ σε χωριστή δήλωση, αν ο ένας σύζυγος έχει χαμηλό εισόδημα αλλά περιουσιακά στοιχεία στο όνομά του, θα φορολογηθεί βάσει τεκμηρίων, καθώς δεν θα μπορεί να επικαλεστεί το εισόδημα του άλλου συζύγου, για να καλύψει τη διαφορά.
3. Κοινωνικά Επιδόματα
Αν και πολλοί θεωρούν ότι θα βγουν κερδισμένοι εμφανίζοντας ότι, μεμονωμένα, ο ένας σύζυγος έχει χαμηλότερο εισόδημα από τον άλλον, η υποβολή χωριστών δηλώσεων δεν επηρεάζει την καταβολή των κοινωνικών και οικογενειακών επιδομάτων (π.χ. Α21, επιδόματα θέρμανσης κ.λπ.). Τα επιδόματα αυτά υπολογίζονται ούτως ή άλλως πάντοτε με βάση το συνολικό οικογενειακό εισόδημα. Οι υπηρεσίες «βλέπουν» τον ΑΦΜ του συζύγου και αθροίζουν τα εισοδήματα, ανεξάρτητα από το αν οι δηλώσεις είναι χωριστές ή κοινές. Δεν υπάρχει, συνεπώς, τρόπος απόκρυψης εισοδήματος για λήψη επιδομάτων μέσω αυτής της οδού.
Επιπλέον, τόσο τα τέκνα που προέρχονται από κοινό γάμο όσο και τα αναγνωρισμένα, δηλώνονται στις χωριστές δηλώσεις, ως εξαρτώμενα μέλη, και από τους 2 συζύγους. Αν όμως υπάρχει εισόδημα ανήλικου τέκνου που δεν φορολογείται στο όνομα του τέκνου, τότε το εισόδημα του προστίθεται στο εισόδημα του γονέα με τις μεγαλύτερες απολαβές.
Ειδικά τα νέα ζευγάρια, υποβάλλουν αρχικά κοινή δήλωση αρχής γενομένης από το φορολογικό έτος σύναψης του γάμου και για τα εισοδήματα του έτους αυτού.
Από την άλλη, τα μέρη συμφώνου συμβίωσης δεν απαιτείται να γνωστοποιούν την επιθυμία τους για υποβολή χωριστών φορολογικών δηλώσεων καθώς εκ του νόμου υπάρχει η δυνατότητα υποβολής κοινής δήλωσης ή χωριστών δηλώσεων.
Πόσοι το τολμούν
Παρά τον θόρυβο που δημιουργείται κάθε χρόνο, τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι οι περισσότεροι φορολογούμενοι παραμένουν “παραδοσιακοί” ή, πιο σωστά ίσως, ορθολογιστές.
Κάθε χρόνο, περίπου 40.000 έως 60.000 ζευγάρια επιλέγουν τον δρόμο των χωριστών δηλώσεων.
Το πλήθος αυτό αποτελεί ένα πολύ μικρό ποσοστό στο σύνολο των περίπου 6,7 εκατομμυρίων δηλώσεων, αποδεικνύοντας ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία, η “οικογενειακή” φορολογική δήλωση παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια έναντι των τεκμηρίων.
Σε περίπτωση πάντως που επιλέξουν να κάνουν χωριστές δηλώσεις, αν ένας εκ των δύο συζύγων δεν έχει καθόλου ποσοστό συνιδιοκτησίας ή χρήσης στην κατοικία του, τότε κατά τη συμπλήρωση του Ε1 δηλώνει την ένδειξη «συνοίκηση με σύζυγο».


