
Η αγορά κατοικίας γίνεται για πολλά ελληνικά νοικοκυριά στόχος δεκαετιών. Οι τιμές των ακινήτων ανεβαίνουν, τα εισοδήματα δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό και οι τράπεζες ζητούν μεγαλύτερη οικονομική αντοχή από όσους θέλουν στεγαστικό δάνειο.
Τα νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι ένα μέσο νοικοκυριό στην Ελλάδα πρέπει να διαθέτει σημαντικό μέρος του ετήσιου εισοδήματός του για να θεωρηθεί ικανό να εξυπηρετήσει ένα στεγαστικό δάνειο. Η εκτίμηση κινείται περίπου από 7% έως 17% του ετήσιου εισοδήματος, ανάλογα με το ύψος του δανείου, τους όρους χρηματοδότησης και το κόστος του ακινήτου.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, όμως, δεν βρίσκεται πάντα στη μηνιαία δόση. Βρίσκεται στην προκαταβολή. Για να αγοράσει κάποιος κατοικία με δανεισμό, πρέπει πρώτα να έχει συγκεντρώσει ένα ποσό που συχνά ξεπερνά τις πραγματικές δυνατότητες αποταμίευσης ενός εργαζόμενου νοικοκυριού.
Αν ένα νοικοκυριό αποταμιεύει κάθε χρόνο το 10% του εισοδήματός του, μπορεί να χρειαστεί περίπου 24 χρόνια για να συγκεντρώσει προκαταβολή ίση με το 30% της αξίας ενός σπιτιού. Ακόμη και με χαμηλότερη προκαταβολή, στο 20% της αξίας, ο χρόνος αποταμίευσης υπολογίζεται κοντά στα 14 χρόνια.
Η εικόνα βαραίνει ακόμη περισσότερο λόγω των υψηλότερων επιτοκίων. Η αύξηση του κόστους δανεισμού περιορίζει το ποσό που μπορεί να λάβει ένας αγοραστής και ανεβάζει τη μηνιαία επιβάρυνση. Παράλληλα, οι τράπεζες εξετάζουν πιο αυστηρά το εισόδημα, τις υποχρεώσεις και τη συνολική πιστοληπτική εικόνα του δανειολήπτη.
Το πρόβλημα αγγίζει κυρίως τα νέα ζευγάρια, τους εργαζόμενους χωρίς υψηλές απολαβές και όσους δεν έχουν οικογενειακή στήριξη. Η αύξηση των τιμών στα ακίνητα μεγαλώνει διαρκώς το ποσό της απαιτούμενης προκαταβολής, ενώ οι μισθοί δεν καλύπτουν τη διαφορά. Έτσι, η αγορά πρώτης κατοικίας παραμένει δύσκολη ακόμη και για νοικοκυριά με σταθερή εργασία και συνεπές εισόδημα.

