
Οι επενδύσεις τρέχουν πιο γρήγορα από τα έσοδα. Οι μεγάλοι όμιλοι της τεχνολογίας ρίχνουν τεράστια ποσά σε μικροτσίπ, κέντρα δεδομένων και ηλεκτρική ενέργεια, όμως η αγορά που πληρώνει πραγματικά για αυτά τα νέα εργαλεία παραμένει πολύ μικρότερη από τις προσδοκίες.
Οι μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες του κλάδου δαπάνησαν πέρυσι περίπου 450 δισ. δολάρια σε υποδομές. Φέτος οι σχετικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 900 δισ. δολάρια, ενώ για το 2027 οι προβλέψεις ανεβάζουν τον λογαριασμό στο 1,4 τρισ. δολάρια. Για να στηρίξουν αυτή την κούρσα, οι εταιρείες έχουν ήδη δανειστεί πάνω από 400 δισ. δολάρια μέσα στη χρονιά.
Η ανησυχία στις αγορές μεγαλώνει. Από τα υψηλά του Ιουνίου, οι μετοχές των μεγαλύτερων εταιρειών που πρωταγωνιστούν στη νέα τεχνολογική κούρσα έχουν χάσει περίπου 15%. Η Alphabet είδε τη μετοχή της να υποχωρεί 7% μετά τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου, ενώ στη Νότια Κορέα ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης, με ισχυρή παρουσία εταιρειών μικροτσίπ, έχασε περίπου το ένα δέκατο της αξίας του σε μία συνεδρίαση.
Το βασικό ερώτημα είναι απλό: Μπορούν τα έσοδα να καλύψουν τέτοιες δαπάνες; Εκτιμήσεις δείχνουν ότι θα χρειάζονταν περίπου 2,5 τρισ. δολάρια ετησίως από αναγνωρίσιμες πωλήσεις σχετικών υπηρεσιών. Σήμερα, οι υπολογισμοί κινούνται πολύ χαμηλότερα, γύρω στα 150 έως 220 δισ. δολάρια τον χρόνο, ανάλογα με τη μέθοδο μέτρησης.
Η χρήση από τις επιχειρήσεις αυξήθηκε γρήγορα, αλλά δεν έχει περάσει ακόμη βαθιά στην καθημερινή λειτουργία τους. Στις ΗΠΑ, περίπου μία στις πέντε επιχειρήσεις δήλωσε πρόσφατα ότι χρησιμοποίησε τέτοια εργαλεία σε κάποια λειτουργία της. Στη Βρετανία το ποσοστό φτάνει περίπου το ένα τρίτο. Στη ζώνη του ευρώ, όμως, μόνο μία στις δέκα επιχειρήσεις που τα χρησιμοποιούν δηλώνει ότι το κάνει εντατικά.
Το χαμηλό επίπεδο δαπανών δείχνει το ίδιο πρόβλημα. Σχεδόν οι μισές βρετανικές επιχειρήσεις που κάνουν χρήση δεν πληρώνουν καθόλου, ενώ η μέση μηνιαία δαπάνη ανά εργαζόμενο σε σχετικά εργαλεία υπολογίζεται μόλις στα 10,66 δολάρια. Για τους επενδυτές, η αύξηση των εσόδων υπάρχει. Απλώς δεν φαίνεται ακόμη αρκετή για να δικαιολογήσει τον τεράστιο λογαριασμό των υποδομών.

