
Ένα εκτεταμένο δίκτυο φοροδιαφυγής, με εικονικά τιμολόγια δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, επιχειρήσεις μικρής διάρκειας ζωής και «εξαφανισμένους» εμπόρους, αποκάλυψαν οι ελεγκτές της Διεύθυνσης Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος της ΑΑΔΕ. Μέχρι στιγμής έχουν συλληφθεί τρία άτομα. Ανάμεσά τους βρίσκεται αλλοδαπή γυναίκα, η οποία εμφανιζόταν στις Αρχές ως άστεγη, όμως διαπιστώθηκε ότι διέμενε σε βίλα 280 τετραγωνικών μέτρων με πισίνα στα βόρεια προάστια. Η ίδια φέρεται να είχε κεντρικό ρόλο στο κύκλωμα, ως ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια μίας από τις βασικές επιχειρήσεις του δικτύου. Από τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί έως τώρα, η απώλεια εσόδων υπολογίζεται σε 9,6 εκατ. ευρώ από ΦΠΑ και σε 8,3 εκατ. ευρώ από φόρο εισοδήματος. Η συνολική αξία των εικονικών συναλλαγών προσεγγίζει τα 98 εκατ. ευρώ. Οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν ήδη κινήσει τις διαδικασίες για τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και άλλων περιουσιακών στοιχείων των εμπλεκομένων. Παράλληλα, κατασχέθηκαν περισσότερα από 32.000 τεμάχια απομιμητικών προϊόντων.
Οι ελεγκτές οδηγήθηκαν στην αποκάλυψη του κυκλώματος έπειτα από συνδυαστική επεξεργασία φορολογικών και επιχειρηματικών δεδομένων. Εξετάστηκαν στοιχεία από επιτόπιους ελέγχους, την πλατφόρμα myDATA, το μητρώο επιχειρήσεων, τις εταιρικές συμμετοχές, καθώς και τα πρόσωπα που εμφανίζονταν ως διαχειριστές ή εκπρόσωποι των εταιρειών. Από τις διασταυρώσεις προέκυψε ότι τα ίδια φυσικά πρόσωπα συμμετείχαν επανειλημμένα σε διαφορετικά επιχειρηματικά σχήματα, είτε ως διαχειριστές είτε ως ομόρρυθμοι και ετερόρρυθμοι εταίροι. Νέες εταιρείες ιδρύονταν λίγο μετά το κλείσιμο προηγούμενων επιχειρήσεων ή έπειτα από αλλαγές στη μετοχική τους σύνθεση. Με αυτόν τον τρόπο, το κύκλωμα φέρεται να ανανέωνε διαρκώς τη βιτρίνα του, διατηρώντας όμως τα ίδια πρόσωπα, τις ίδιες υποδομές και τον ίδιο τρόπο λειτουργίας. Οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούσαν κοινές διευθύνσεις, επαγγελματικούς χώρους, τηλεφωνικούς αριθμούς και εταιρικά σχήματα. Δραστηριοποιούνταν κυρίως στο χονδρικό εμπόριο ενδυμάτων, υποδημάτων και συναφών προϊόντων.
Σύμφωνα με την έρευνα, αρκετές από τις εταιρείες είχαν δημιουργηθεί αποκλειστικά ή κυρίως για να εκδίδουν και να λαμβάνουν εικονικά παραστατικά ιδιαίτερα υψηλής αξίας. Μεταξύ των περιπτώσεων που έχουν ήδη ταυτοποιηθεί περιλαμβάνονται ατομικές επιχειρήσεις με εικονικές συναλλαγές ύψους 25 και 28 εκατ. ευρώ, ηλεκτρονικό κατάστημα με παραστατικά 15 εκατ. ευρώ, φυσικό κατάστημα με συναλλαγές 2,5 εκατ. ευρώ και εισαγωγική εταιρεία με εικονικό τζίρο 3,25 εκατ. ευρώ. Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ακόμη ότι διαφορετικές ελληνικές επιχειρήσεις του δικτύου εμφανίζονταν να συναλλάσσονται με τις ίδιες εταιρείες του εξωτερικού. Σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν επανειλημμένα οι ίδιες εταιρικές σφραγίδες, τα ίδια στοιχεία ταυτοποίησης και κοινά εμπορικά χαρακτηριστικά. Στην υπόθεση φέρονται να εμπλέκονται και αλλοδαποί «εξαφανισμένοι έμποροι», οι οποίοι εμφανίζονται στα παραστατικά να έχουν αγοράσει εμπορεύματα συνολικής αξίας άνω των 40 εκατ. ευρώ. Η έρευνα της ΑΑΔΕ παραμένει σε εξέλιξη, καθώς οι μέχρι τώρα περιπτώσεις θεωρούνται μόνο ένα μέρος του συνολικού δικτύου. Οι Αρχές εξετάζουν επιπλέον επιχειρήσεις και πρόσωπα, προκειμένου να αποτυπωθεί πλήρως η δομή του κυκλώματος και να εντοπιστούν τα χρήματα που προήλθαν από τη φοροδιαφυγή.
